Έχει αναγνωριστεί ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών από τη FIFA και τη Δ.Ο.Ε. και ευρέως θεωρείται ως ο μεγαλύτερος στην ιστορία του αθλήματος.
Γνωστός και ως ο «Βασιλιάς του Ποδοσφαίρου», κατέχει επίσης τον τίτλο «Αθλητής του Αιώνα» από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Το έτος 2000 σε παγκόσμια δημοσκόπηση της FIFA στο διαδίκτυο για την ανάδειξη του καλύτερου ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα, ήρθε δεύτερος πίσω από το Ντιέγκο Μαραντόνα, ενώ αντίθετα, στην ψηφοφορία της «FIFA Football family» και των αναγνωστών του περιοδικού «FIFA Magazine» ο Πελέ ήρθε πρώτος. Τα ατομικά του επιτεύγματα και οι διακρίσεις του τον κατατάσσουν ως τον σημαντικότερο και πιο διάσημο όχι μόνο στην παγκόσμια ιστορία του αθλήματος αλλά και στο σύνολο του κόσμου των σπορ.
Το 2024 η Διεθνής Ένωση Αθλητικού Τύπου (AIPS) τον ψήφισε ως τον καλύτερο ποδοσφαιριστή στην επέτειο των 100 χρόνων της και τέταρτο μεταξύ των ανδρών όλων των αθλημάτων, ενώ ήταν δεύτερος στο Συνέδριο της Ένωσης τρεις μήνες νωρίτερα μετά το Μοχάμεντ Άλι.
Αποκαλούμενος και ως «Μαύρο Μαργαριτάρι» (Pérola Negra), ξεκίνησε την καριέρα του το 1956 αγωνιζόμενος με τη Σάντος στην οποία παρέμεινε σχεδόν 18 χρόνια λόγω της αγάπης του για την ομάδα του, αλλά και της απαγόρευσης που εφήρμοσε η κυβέρνηση της χώρας, καθώς το 1961 ο τότε Πρόεδρος της Βραζιλίας με σχετικό νόμο τον χαρακτήρισε «εθνικό θησαυρό», προκειμένου να μην μπορέσει να αποκτηθεί από σύλλογο άλλης χώρας. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του κατέκτησε όλους τους ομαδικούς και ατομικούς τίτλους που διεκδίκησε και απέκτησε πρωτοφανή παγκόσμια φήμη ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που είχε μέχρι τότε παρουσιαστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, ενώ άλλαξε την πορεία της ομάδας που από μέτριας δυναμικότητας έγινε πρωταθλήτρια κόσμου σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Έκλεισε την καριέρα του στις ΗΠΑ το 1977, όπου αγωνίστηκε για τρεις σεζόν, αυξάνοντας κατακόρυφα τη δημοτικότητα του ποδοσφαίρου, οδηγώντας και άλλους σπουδαίους παίκτες να πράξουν το ίδιο εκείνη την περίοδο. Λειτούργησε ως παγκόσμιος πρέσβης για το άθλημα από την αρχή της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας και οι δύο σύλλογοι που αγωνίστηκε έκαναν περιοδείες σε πολυάριθμες χώρες για να συμμετάσχουν σε φιλικά παιχνίδια.
Η καταξίωσή του στο ανώτατο επίπεδο ήρθε με τη συμμετοχή του στα Παγκόσμια Κύπελλα με την εθνική του ομάδα: πρώτου συμπληρώσει τα 22 του χρόνια ήταν δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής συνεισφέροντας τα μέγιστα στην μέχρι τότε χωρίς τον κορυφαίο τίτλο Βραζιλία, ο δε ίδιος κατάκτησε τον τίτλο τρεις φορές, ο μόνος ποδοσφαιριστής που έχει πετύχει κάτι τέτοιο. Ανεπανάληπτο είναι το γεγονός ότι η κορυφή του κόσμου ήρθε πρώτα σε διεθνές επίπεδο σε ηλικία πριν τη συμπλήρωση των 18 χρόνων του στη διοργάνωση του 1958 και ακολούθησε η καταξίωση σε συλλογικό επίπεδο. Το 1962 στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής, τραυματίστηκε στον αγώνα με την Τσεχοσλοβακία και δεν συνέχισε στη διοργάνωση, ενώ ανάλογη τύχη είχε και στη διοργάνωση του 1966. Το 1970 κατέκτησε τον τρίτο τίτλο και ήταν ο καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης που συγκέντρωσε όλες τις ιστορικά κορυφαίες ποδοσφαιρικές δυνάμεις σε κατάσταση ισχύος.
Ο Πελέ αγωνιζόταν ως δεύτερος επιθετικός, αλλά λειτούργησε και ως επιθετικός μέσος. Η τεχνική κατάρτιση και η αθλητικότητά του έχουν επαινεθεί παγκόσμια, και κατά τη διάρκεια της καριέρας του είχε χαρακτηριστικά όπως την άριστη ντρίμπλα και πάσα, την εξαιρετική του ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι, τη δημιουργικότητά του, αλλά και τη μεγάλη έφεση στο σκοράρισμα, στοιχεία που τον προσδιορίζουν ως τον πληρέστερο όλων. Με περισσότερα από 1.200 γκολ κατά τη διάρκεια της καριέρας του αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους σκόρερ όλων των εποχών.
Μετά το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας παρέμεινε κοντά στο άθλημα ως πρεσβευτής του αλλά και διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ και η UNICEF. Για την προσφορά του στο ποδόσφαιρο και στο χώρο του αθλητισμού γενικότερα τιμήθηκε μεταξύ άλλων με το Τάγμα Αξίας της FIFA, όπως και το Ολυμπιακό Τάγμα. Περισσότερο από τα γκολ, τα τρόπαια και τις διακρίσεις, τα πολλαπλά ρεκόρ κόσμου, ορισμένα από τα οποία παραμένουν ακατάρριπτα μέχρι και σήμερα, την αγάπη και τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των φιλάθλων προς το πρόσωπό του, ακόμα και δεκαετίες μετά την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο, είναι η κληρονομιά του στο άθλημα αυτή που έχει αφήσει τις πιο μόνιμες εντυπώσεις.
Αποκαλούμενος και ως «Μαύρο Μαργαριτάρι» (Pérola Negra), ξεκίνησε την καριέρα του το 1956 αγωνιζόμενος με τη Σάντος στην οποία παρέμεινε σχεδόν 18 χρόνια λόγω της αγάπης του για την ομάδα του, αλλά και της απαγόρευσης που εφήρμοσε η κυβέρνηση της χώρας, καθώς το 1961 ο τότε Πρόεδρος της Βραζιλίας με σχετικό νόμο τον χαρακτήρισε «εθνικό θησαυρό», προκειμένου να μην μπορέσει να αποκτηθεί από σύλλογο άλλης χώρας. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του κατέκτησε όλους τους ομαδικούς και ατομικούς τίτλους που διεκδίκησε και απέκτησε πρωτοφανή παγκόσμια φήμη ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής που είχε μέχρι τότε παρουσιαστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, ενώ άλλαξε την πορεία της ομάδας που από μέτριας δυναμικότητας έγινε πρωταθλήτρια κόσμου σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Έκλεισε την καριέρα του στις ΗΠΑ το 1977, όπου αγωνίστηκε για τρεις σεζόν, αυξάνοντας κατακόρυφα τη δημοτικότητα του ποδοσφαίρου, οδηγώντας και άλλους σπουδαίους παίκτες να πράξουν το ίδιο εκείνη την περίοδο. Λειτούργησε ως παγκόσμιος πρέσβης για το άθλημα από την αρχή της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας και οι δύο σύλλογοι που αγωνίστηκε έκαναν περιοδείες σε πολυάριθμες χώρες για να συμμετάσχουν σε φιλικά παιχνίδια.
Η καταξίωσή του στο ανώτατο επίπεδο ήρθε με τη συμμετοχή του στα Παγκόσμια Κύπελλα με την εθνική του ομάδα: πρώτου συμπληρώσει τα 22 του χρόνια ήταν δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής συνεισφέροντας τα μέγιστα στην μέχρι τότε χωρίς τον κορυφαίο τίτλο Βραζιλία, ο δε ίδιος κατάκτησε τον τίτλο τρεις φορές, ο μόνος ποδοσφαιριστής που έχει πετύχει κάτι τέτοιο. Ανεπανάληπτο είναι το γεγονός ότι η κορυφή του κόσμου ήρθε πρώτα σε διεθνές επίπεδο σε ηλικία πριν τη συμπλήρωση των 18 χρόνων του στη διοργάνωση του 1958 και ακολούθησε η καταξίωση σε συλλογικό επίπεδο. Το 1962 στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής, τραυματίστηκε στον αγώνα με την Τσεχοσλοβακία και δεν συνέχισε στη διοργάνωση, ενώ ανάλογη τύχη είχε και στη διοργάνωση του 1966. Το 1970 κατέκτησε τον τρίτο τίτλο και ήταν ο καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης που συγκέντρωσε όλες τις ιστορικά κορυφαίες ποδοσφαιρικές δυνάμεις σε κατάσταση ισχύος.
Ο Πελέ αγωνιζόταν ως δεύτερος επιθετικός, αλλά λειτούργησε και ως επιθετικός μέσος. Η τεχνική κατάρτιση και η αθλητικότητά του έχουν επαινεθεί παγκόσμια, και κατά τη διάρκεια της καριέρας του είχε χαρακτηριστικά όπως την άριστη ντρίμπλα και πάσα, την εξαιρετική του ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι, τη δημιουργικότητά του, αλλά και τη μεγάλη έφεση στο σκοράρισμα, στοιχεία που τον προσδιορίζουν ως τον πληρέστερο όλων. Με περισσότερα από 1.200 γκολ κατά τη διάρκεια της καριέρας του αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους σκόρερ όλων των εποχών.
Μετά το τέλος της αθλητικής του σταδιοδρομίας παρέμεινε κοντά στο άθλημα ως πρεσβευτής του αλλά και διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ και η UNICEF. Για την προσφορά του στο ποδόσφαιρο και στο χώρο του αθλητισμού γενικότερα τιμήθηκε μεταξύ άλλων με το Τάγμα Αξίας της FIFA, όπως και το Ολυμπιακό Τάγμα. Περισσότερο από τα γκολ, τα τρόπαια και τις διακρίσεις, τα πολλαπλά ρεκόρ κόσμου, ορισμένα από τα οποία παραμένουν ακατάρριπτα μέχρι και σήμερα, την αγάπη και τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των φιλάθλων προς το πρόσωπό του, ακόμα και δεκαετίες μετά την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο, είναι η κληρονομιά του στο άθλημα αυτή που έχει αφήσει τις πιο μόνιμες εντυπώσεις.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1940 στην πόλη Τρες Κορασόες , στα ελληνικά σημαίνει: Τρεις Καρδιές) της πολιτείας Μίνας Ζεράις της Βραζιλίας, 300 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Πατέρας του ήταν ο Ζοάο Ράμος ντο Νασιμέντο, γνωστός ως Ντοντίνιο, ελπιδοφόρος ποδοσφαιριστής αγωνιζόμενος ως κεντρικός επιθετικός, που ένας σοβαρός τραυματισμός στα 23 του χρόνια (λίγους μήνες πριν τη γέννηση του μικρού), τον κράτησε μακριά από τη μεγάλη καριέρα. Αναγκάστηκε έτσι να αγωνιστεί σε μικρές ομάδες, ωστόσο υπήρξε ο μέντορας του γιου του.
Ήταν το πρώτο παιδί από τα τρία της οικογένειας και βαφτίστηκε Έντισον προν τιμή του εφευρέτη Τόμας Έντισον (ηλεκτρισμός πήγε στη γενέθλια πόλη του λίγο καιρό πριν από τη γέννηση του Πελέ) και στη συνέχεια αφαιρέθηκε το «ι» από το όνομα. Το 2010 ήρθε στη δημοσιότητα το πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησης και εκεί αναφέρεται ότι είχε γεννηθεί στις 21 Οκτωβρίου 1940, όχι στις 23, όπως πιστεύονταν προηγουμένως. Η οικογένεια ζούσε σε ένα δίχωρο σπίτι από τούβλα μαζί με μια γιαγιά και ένα θείο. Στη Βραζιλία αρέσκονται να χρησιμοποιούν ψευδώνυμα και το πρώτο που ήρθε ήταν το «Ντίκο» (Dico). Ο θείος του Χόρχε το σκέφτηκε και η μητέρα του το χρησιμοποιούσε για χρόνια.
Το παρωνύμιο Πελέ του το έδωσε ένας συμμαθητής του στο σχολείο και μάλιστα ήταν η αφορμή για να τιμωρηθεί ο μικρός Έντσον με δύο ημέρες αποβολή, καθώς τσακώθηκε με τον μικρό που του έβγαλε το παρατσούκλι.
Το παρωνύμιο Πελέ του το έδωσε ένας συμμαθητής του στο σχολείο και μάλιστα ήταν η αφορμή για να τιμωρηθεί ο μικρός Έντσον με δύο ημέρες αποβολή, καθώς τσακώθηκε με τον μικρό που του έβγαλε το παρατσούκλι.
Υπάρχουν δύο εκδοχές για το τι σημαίνει και είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος σε πολλές συνεντεύξεις του τόνιζε πως δεν γνώριζε πως ακριβώς προέκυψε.
Η πρώτη εκδοχή είναι πως μία ημέρα που έπαιζε ποδόσφαιρο, στα χωράφια του Τρες Κορασόες με τους φίλους του, με μία αυτοσχέδια μπάλα φτιαγμένη με πανιά και χαρτιά, κάποια στιγμή βρήκε πεταμένη κοντά σε σταθμό του τρένου μία παλιά, ξεφούσκωτη, χαλασμένη, αλλά δερμάτινη μπάλα. Έκτοτε προέκυψε και το pele που σήμαινε δέρμα σε πολλές λατινογενείς γλώσσες.
Η άποψη που ο ίδιος αποδέχθηκε είναι πως το όνομα αυτό του το κόλλησαν άλλα παιδιά, όταν ο ίδιος είχε αποκαλέσει λανθασμένα τον αγαπημένο παίκτη του «Μπιλέ» ως «Πιλέ», τερματοφύλακα της Βάσκο ντα Γκάμα του Σάο Λαουρένσο (Vasco da Gama de São Lourenço), πόλη στην οποία βρέθηκε η οικογένεια το 1942 με τον πατέρα να αγωνίζεται στην τοπική ομάδα.
Ο ίδιος είχε δηλώσει πως το όνομα Πελέ δεν ήταν της αρεσκείας του θεωρώντας ότι μοιάζει με βρεφική λέξη και δεν υποδηλώνει κάτι στην πορτογαλική γλώσσα.
Ωστόσο, πολύ αργότερα ένας θεολόγος του είπε ότι η λέξη αυτή υπάρχει στη Βίβλο και στα εβραϊκά σημαίνει θαύμα, γεγονός που άλλαξε την άποψή του για το όνομα.
Τα παιδικά χρόνια ήταν φτωχικά με το μικρό Έντσον να παίζει μπάλα γεμίζοντας τις κάλτσες των γονέων του με χαρτιά μη δυνάμενη η οικογένεια να του αγοράσει παπούτσια (αργότερα, τα παιχνίδια χωρίς παπούτσια έγιναν γνωστά ως πελάδα - pelada-, που πιστεύεται ότι πήραν το όνομά τους από τον Πελέ).
Τα παιδικά χρόνια ήταν φτωχικά με το μικρό Έντσον να παίζει μπάλα γεμίζοντας τις κάλτσες των γονέων του με χαρτιά μη δυνάμενη η οικογένεια να του αγοράσει παπούτσια (αργότερα, τα παιχνίδια χωρίς παπούτσια έγιναν γνωστά ως πελάδα - pelada-, που πιστεύεται ότι πήραν το όνομά τους από τον Πελέ).
Η οικογένεια μετακόμισε σε μεγαλύτερη πόλη, στο Μπαουρού στην πολιτεία του Σάο Πάολο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1945, όπου ο πατέρας του συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο στην τοπική ομάδα της δεύτερης κατηγορίας Lusitana FC, μετέπειτα Bauru Atletico Clube. Στα έκτα του γενέθλια, ένας από τους συμπαίκτες του πατέρα του του δώρισε μια δερμάτινη μπάλα και αυτή ήταν η πρώτη φορά που κλωτσούσε μια πραγματική μπάλα.
Σε ηλικία 10 ετών περίπου φόρεσε για πρώτη φορά ποδοσφαιρικά παπούτσια, όταν ο δήμαρχος το Μπαουρού διοργάνωσε ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά στο γήπεδο της πόλης και ένας επιχειρηματίας τα δώρισε στα παιδιά που συμμετείχαν παπούτσια.
Ο πατέρας του ήθελε ο γιος να ακολουθήσει τα χνάρια του και να διδαχθεί τα μυστικά του αθλήματος, γράφοντας παράλληλα τον γιο του σε τοπικές ομάδες νέων από την ηλικία των 11 ετών (Sete de Setembro, Canto do Rio, Sao Paulinho, Ameriquinha) και όταν είδε τα προσόντα του τον παρότρυνε λέγοντάς του ότι «εσύ γεννήθηκες για να παίξεις ποδόσφαιρο».
Ο πατέρας ήταν και ο άνθρωπος που ο μικρός Έντσον ήθελε να μοιάσει, έχοντας ως στόχο να πετύχει το απραγματοποίητο μεγαλείο που έβλεπε σε αυτόν, ενώ ο ποδοσφαιριστής που θαύμαζε περισσότερο ήταν ο Ζιζίνιο. Για να βοηθηθεί οικονομικά και να μπορέσει να αγοράσει δική του μπάλα, δούλευε σε καταστήματα τσαγιού ως υπάλληλος και γυάλιζε παπούτσια έξω από τους κινηματογράφους ήδη από την ηλικία των επτά ετών, αν και ο ίδιος δεν είχε ακόμα δικά του.
Σχολείο κατάφερε να πάει μόνο μέχρι την τέταρτη τάξη της πρωτοβάθμιας
εκπαίδευσης.
Στο Μπαουρού τον ονόμασαν el sapeca (το θαύμα). Δεν αγωνιζόταν πάντα ως επιθετικός, συχνά έπαιζε και ως τερματοφύλακας.
Την πρώτη του χρονιά σημείωσε 148 γκολ σε 33 παιχνίδια και έτσι οι επιθετικές επιδόσεις του μικρού άρχισαν προοδευτικά να ξεχωρίζουν στην τοπική αθλητική κοινότητα και ο Μπρίτο πεπεισμένος ότι ο μαθητής του «θα γίνει κάποτε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου» έπεισε την οικογένεια Νασιμέντο να επιτρέψει στο 15χρονο ποδοσφαιρικό «φαινόμενο» να εγκαταλείψει την πατρική εστία.
Η μητέρα του Δόνα Σελέστε (εκείνη την εποχή δούλευε σε βιοτεχνία παπουτσιών) είχε πάντα αντιρρήσεις σε αυτή την πορεία. Παράλληλα στα μέσα της εφηβείας του έπαιξε για μια ομάδα εσωτερικού ποδοσφαίρου που ονομαζόταν Ράντιουμ και είχε δημιουργηθεί από νέους της ομάδας της Μπαουρού.
Το ποδόσφαιρο σάλας (futsal- φούτσαλ) μόλις είχε αρχίσει να γίνεται δημοφιλές στη χώρα και σύμφωνα με τον ίδιο, το ποδόσφαιρο σάλας παρουσίαζε δύσκολες προκλήσεις, ήταν πολύ πιο γρήγορο από το ποδόσφαιρο στο χόρτο και οι παίκτες αναγκάζονται να σκέφτονται ταχύτερα.
Ο Πελέ αναγνώρισε ότι το ποδόσφαιρο εσωτερικού χώρου τον βοήθησε να σκεφτεί καλύτερα και πιο γρήγορα. Επιπλέον, του επέτρεψε να παίξει με ενήλικες όταν ήταν περίπου 14 ετών. Σε ένα από τα τουρνουά στα οποία συμμετείχε, αρχικά θεωρήθηκε πολύ νέος για να παίξει, αλλά τελικά αναδείχθηκε κορυφαίος σκόρερ του διαγωνισμού, παραδεχόμενος αργότερα ότι αυτό του έδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Ο Πελέ και η ομάδα του κέρδισαν το πρώτο πρωτάθλημα το 1955.
Τα τέσσερα πρώτα χρόνια (1956–1959)
Έτσι έφτασε στη Σάντος στις 8 Αυγούστου 1956, μια παραθαλάσσια πόλη στην πολιτεία του Σάο Πάολο και αγωνίστηκε στην ομάδα νέων της πόλης (Σάντος Φουτεμπόλ Κλούμπε), σημειώνοντας πολλά γκολ, ενώ συμμετείχε και σε φιλικούς αγώνες της ανδρικής ομάδας.
Ο προπονητής της ομάδας ανδρών Λούλα (Λουίς Αλόνσο Πέρες - Luís Alonso Pérez) διέκρινε άμεσα το ταλέντο του και τον εμπιστεύτηκε. Ο έφηβος Πελέ έμενε στο οικοτροφείο του σωματείου και προτού κλείσει τα 16 του, στις 7 Σεπτεμβρίου 1956 (ημερομηνία ανεξαρτησίας της Βραζιλίας), έκανε το ντεμπούτο του με την ομάδα ανδρών της Σάντος σε φιλικό αγώνα με την Κορίνθιανς Σάντο Αντρέ (Corinthians Santo André, 7–1) που διεξήχθη στο γήπεδο του Σάντο Αντρέ μπαίνοντας σαν αλλαγή και σκοράροντας μία φορά στο 81ο λεπτό το έκτο γκολ της ομάδας.
Στη Σάντος τον αποκαλούσαν αρχικά Gasolina (βενζίνη), ένα ψευδώνυμο που του έδωσαν για την ταχύτητά του. Ο τραυματισμός του Βάλτερ Βασκονσέλος (Válter Vasconcelos) το Δεκέμβριο του 1956, βασικού στελέχους της ομάδας που φορούσε το νούμερο 10, του έδωσε την ευκαιρία να αγωνιστεί στη βασική ενδεκάδα από τις αρχές της επόμενης χρονιάς φορώντας το νούμερό του.
Στις 26 Απριλίου 1957 σημείωσε το πρώτο του τέρμα σε επίσημο αγώνα, στη συνάντηση Σάντος - Σάο Πάολο 3–1 για το Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο.
Στις 9 Ιουνίου 1957 σημείωσε το πρώτο του χατ τρικ σε φιλικό αγώνα με τη Φαμπρίλ Εσπόρτε Κλούμπε (Fabril Esporte Clube, τέσσερα τέρματα).
Το πρώτο γκολ στο Πρωτάθλημα Παουλίστα ήρθε την τρίτη αγωνιστική (14 Ιουνίου) απέναντι στην ΧΒ Πιρασικάμπα (XV de Piracicaba) στην εντός έδρας νίκη με 5–3.
Υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο στις 25 Ιουνίου 1957, ενώ μέχρι τότε αμοιβόταν με άτυπο συμφωνητικό.
Άμεσα καθιερώθηκε στη βασική ενδεκάδα και ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος Παουλίστα ήδη από την πρώτη χρονιά με 36 γκολ, ενώ είχε και 14 τελικές πάσες (ασίστ).
Ο τίτλος του πρώτου σκόρερ κατακτήθηκε και την επόμενη χρονιά (1958) με 58 τέρματα από τα 143 της ομάδας (πέντε από τα οποία στον αγώνα απέναντι στην Ιπιράνγκα Φουτεμπόλ Κλούμπε - Ypiranga Futebol Clube - την 1η Οκτωβρίου, πέντε «καρέ» (τέσσερα γκολ) και τρία χατ τρικ) σε 38 αγώνες, επίδοση που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ μέχρι σήμερα.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1958, σε αγώνα με την Αμέρικα Ρίο ντε Τζανέιρο για τον πρώτο γύρο του τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο, ο Πελέ σημείωσε τέσσερα γκολ στο τελικό 5–3. Ο κορυφαίος αθλητικός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Νέλσον Ροντρίγκες (Nelson Rodrigues, 1912–1980) εντυπωσιασμένος από τον τρόπο παιχνιδιού του έγραψε: «Ο Πελέ έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων παικτών — αυτό το να νιώθει βασιλιάς, από την κορυφή μέχρι τα νύχια» στο χρονικό που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Manchete Esportiva, στις 8 Μαρτίου 1958.
Ένα από τα γκολ ήταν με ατομική προσπάθεια και ο Ροντρίγκες σημείωσε: «Ήρθε μια στιγμή που δεν έμεινε κανείς να ντριμπλάρει. Δεν υπήρχε άμυνα».
Ένας ακόμα τίτλος πρώτου σκόρερ συμπλήρωσε την επόμενη χρονιά, έχοντας ήδη και τον πρώτο τίτλο του πρωταθλήματος Παουλίστα το 1958, το δε 1959 σημείωσε συνολικά σε 103 επίσημους και φιλικούς αγώνες 127 τέρματα, σε χρόνια που δεν υπήρχε επαρκής ιατρική υποστήριξη και η διαδοχή των αγώνων δεν επέτρεπε χρόνο αποθεραπείας από μικροτραυματισμούς. Αγωνίστηκε με πέντε διαφορετικές ομάδες και η επίδοση αναγνωρίζεται ως ρεκόρ για ένα ημερολογιακό έτος (υπηρετούσε στρατιωτική θητεία ενός έτους εκείνη τη χρονιά πετυχαίνοντας 14 γκολ με την επίλεκτη ομάδα των Ενόπλων Δυνάμεων), ενώ η Σάντος 342, επιδόσεις που είναι ακατάρριπτα ρεκόρ.
Ένας ακόμα τίτλος πρώτου σκόρερ συμπλήρωσε την επόμενη χρονιά, έχοντας ήδη και τον πρώτο τίτλο του πρωταθλήματος Παουλίστα το 1958, το δε 1959 σημείωσε συνολικά σε 103 επίσημους και φιλικούς αγώνες 127 τέρματα, σε χρόνια που δεν υπήρχε επαρκής ιατρική υποστήριξη και η διαδοχή των αγώνων δεν επέτρεπε χρόνο αποθεραπείας από μικροτραυματισμούς. Αγωνίστηκε με πέντε διαφορετικές ομάδες και η επίδοση αναγνωρίζεται ως ρεκόρ για ένα ημερολογιακό έτος (υπηρετούσε στρατιωτική θητεία ενός έτους εκείνη τη χρονιά πετυχαίνοντας 14 γκολ με την επίλεκτη ομάδα των Ενόπλων Δυνάμεων), ενώ η Σάντος 342, επιδόσεις που είναι ακατάρριπτα ρεκόρ.
Στο πρωτάθλημα Παουλίστα του 1959 ο Πελέ σημείωσε 45 τέρματα (πρώτος σκόρερ για τρίτη συνεχή χρονιά) και η ομάδα 155 σε 41 συναντήσεις, ένα ακόμα ακατάρριπτο ρεκόρ για το σύλλογο, χωρίς μάλιστα να κατακτήσει και τον τίτλο του πρωταθλήματος δίνοντας έμφαση περισσότερο στην επιθετική της απόδοση.
Το μόνιμο ντουέτο στην επίθεση για μία δεκαετία ήταν οι Πέπε και Κουτίνιο, με τον πρώτο να αγωνίζεται πλάγια αριστερά, ενώ ο δεύτερος ήταν κεντρικός επιθετικός.
Ο Πελέ αγωνιζόταν σε πιο ελεύθερο ρόλο περιφερειακού επιθετικού, στα πορτογαλικά της Βραζιλίας ponta de lança, επιθετικός που όμως γυρίζει και πίσω για δημιουργήσει μία νέα προσπάθεια της ομάδας.
Το τρίο θεωρείται από τα καλύτερα στην ιστορία του αθλήματος και κατέκτησε μαζί 19 επίσημους συλλογικούς τίτλους.
Το 1959 ο Πελέ αγωνίστηκε με την πολιτειακή ομάδα του Σάο Πάολο στο Διαπολιτειακό Πρωτάθλημα της Βραζιλίας (Campeonato Brasileiro de Seleções Estaduais), τη σημαντικότερη της Βραζιλίας μέχρι τότε κατακτώντας τον τίτλο και
σημειώνοντας έξι τέρματα.
| Από φιλικό αγώνα στην Αργεντινή με τη Νιούελς το 1961 (ο Πελέ είναι τρίτος από δεξιά). |
Η Σάντος δεν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Βραζιλίας όταν ο νεαρός Πελέ πήγε στην ομάδα. Το γήπεδό της Βίλα Μπελμίρο είχε χωρητικότητα μόνο 25.000 θεατές και είχε κατακτήσει μέχρι τότε δύο τίτλους πρωταθλήματος Παουλίστα, το 1935 και το 1955.
Η κατάκτηση του δεύτερου συνεχόμενου τίτλου το 1956 έδειξε ότι ήταν η ανερχόμενη δύναμη του ποδοσφαίρου της χώρας. Ο σύλλογος δεν ήταν οικονομικά εύρωστος, είχε ένα νεανικό και ταλαντούχο σύνολο και η παρουσία του εκκολάπτοντα αστέρα οδήγησε την ομάδα αρχικά στην κορυφή της χώρας με την κατάκτηση του Πρωταθλήματος Παουλίστα το 1958 και του τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο για πρώτη φορά στην ιστορία της το 1959, τίτλο που κατέκτησε άλλες τρεις φορές.
Το 1960 η Σάντος κατέκτησε το Καμπεονάτο Παουλίστα και πάλι αρχίζοντας μια πενταετή κυριαρχία στο θεσμό, ενώ ο Πελέ ήταν πρώτος σκόρερ για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά με 30 τέρματα σε 33 αγώνες. Όταν έκλεισε τα 20 χρόνια του είχε σημειώσει συνολικά 355 τέρματα, αριθμός ασύγκριτος με οποιονδήποτε άλλο ποδοσφαιριστή πριν ή μετά από αυτόν.
Τα επιτεύγματα αυτά και μετά τα Παγκόσμια Κύπελλα του 1958 και του 1962, οδήγησαν αρκετές ομάδες του Ευρώπης να προσφέρουν μεγάλα ποσά για να αγοράσουν το εξαιρετικά ταλαντούχο παίκτη (μεταξύ άλλων, την Ρεάλ Μαδρίτης, τη Γιουβέντους και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ).
Το πρώτο συμβόλαιό του έληξε εννέα ημέρες μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 και πρώτη η Ίντερ κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή συμβολαίου, αλλά ο πρόεδρος της Ίντερ Άντζελο Μοράτι αναγκάστηκε να τον αποδεσμεύσει μετά από επίθεση που υπέστη ο πρόεδρος της Σάντος από εξαγριωμένους οπαδούς, οι οποίοι μάλιστα πυρπόλησαν τα γραφεία του σωματείου.
Ωστόσο, το 1961 η κυβέρνηση του προέδρου Ζάνιου Κουάντρους εκμεταλλεύτηκε τη δημοσιότητα του Πελέ και τον κήρυξε «εθνικό θησαυρό» για να αποφύγει οποιαδήποτε πιθανή μεταγραφή.
Επιπλέον, το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα ήταν υψηλού επιπέδου τη δεκαετία του 1960 (υψηλότερου ακόμα και από τα ευρωπαϊκά) με τους εγχώριους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που αναδείχθηκαν πρωταθλητές κόσμου να αγωνίζονται στη χώρα και σημαντικοί ξένοι από τη Νότια Αμερική, όπως οι Ελίας Φιγκερόα, Λουίς Αρτίμε, Λαδισλάο Μαζουρκιέβιτς να μεταγράφονται σε βραζιλιάνικους συλλόγους.
Ο μέσος όρος γκολ ανά αγώνα στο πρωτάθλημα της Βραζιλίας μεταξύ 1961 και 1965 ήταν 3,1, ενώ την ίδια περίοδο, ο αντίστοιχος στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης ήταν 3,8, ενδεικτικό της δυσκολίας επίτευξης τερμάτων στη χώρα της Νότιας Αμερικής σε αντίθεση με ό,τι απλοϊκά συχνά πιστεύεται.
Το 1961 ήταν ίσως η καλύτερη χρονιά στην καριέρα του κερδίζοντας το Πρωτάθλημα Παουλίστα για μία ακόμη φορά, ενώ ο ίδιος ήταν πρώτος σκόρερ με 46 τέρματα (κατά άλλες πηγές 47) σε μόνο 26 αγώνες που συμμετείχε.
Το 1961 ήταν ίσως η καλύτερη χρονιά στην καριέρα του κερδίζοντας το Πρωτάθλημα Παουλίστα για μία ακόμη φορά, ενώ ο ίδιος ήταν πρώτος σκόρερ με 46 τέρματα (κατά άλλες πηγές 47) σε μόνο 26 αγώνες που συμμετείχε.
Η ομάδα σημείωσε συνολικά 338 τέρματα, 111 από τα οποία του Πελέ.
Εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησε και η πρώτη βιογραφία του στη Βραζιλία.
Πελέ και Σάντος ήταν οι πρωταγωνιστές στο Taça Brasil (Τάσα Μπραζίλ, στην κυριολεξία: Κύπελλο Βραζιλίας) που είχε τη θέση του εθνικού πρωταθλήματος της Βραζιλίας από το 1961. Δημιουργήθηκε μετά την εκκίνηση του Κόπα Λιμπερταδόρες, της πρώτης διοργάνωσης που πραγματοποιήθηκε το 1960.
Η Βραζιλία δεν είχε μέχρι τότε ισχύον εθνικό πρωτάθλημα συλλόγων, ωστόσο, η χώρα έπρεπε να έχει δύο εκπροσώπους για το νέο Κύπελλο της Νότιας Αμερικής, οπότε η Συνομοσπονδία της χώρας ίδρυσε το Taça Brasil, διοργάνωση που είδε τους πολιτειακούς πρωταθλητές τους προηγούμενου έτους να συγκρούονται.
Για την πρώτη διοργάνωση, 16 ομάδες ανταγωνίστηκαν για δύο θέσεις στην τελική τετράδα, όπου προκρίνονταν μόνο οι πρωταθλητές από το Ρίο ντε Τζανέιρο και το Σάο Πάολο.
Το 1960 ο Πελέ σημείωσε το εκτός έδρας γκολ απέναντι στην Μπαΐα στον πρώτο από τους διπλούς τελικούς, αλλά ήταν τραυματίας στον επαναληπτικό και η Σάντος έχασε και μαζί και το τίτλο.
Στη διοργάνωση του 1961, ο Πελέ σημείωσε χατ τρικ σε επτά λεπτά στον τελικό και νικησε με 5–1, μπροστά σε 18.662 θεατές στο Πασαέμπου, μικρό πλήθος σε σύγκριση με εκείνο του πρωταθλήματος Παουλίστα.
Ο Πελέ τελείωσε ως κορυφαίος σκόρερ της διοργάνωσης με επτά τέρματα σε πέντε παιχνίδια, ενώ εκείνη τη χρονιά σημείωσε τη δεύτερη καλύτερη επίδοση της καριέρας του με συνολικά 112 τέρματα σε 75 επίσημους και φιλικούς αγώνες.
Η Σάντος στη συνέχεια επιβλήθηκε στη σκηνή της Βραζιλίας, όπου περισσότεροι από 100.000 θεατές συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο Μαρακανά για τον τελικό της χρονιάς του 1962 μεταξύ Σάντος και Μποταφόγκο.
Στον αγώνα που διεξήχθη στις 2 Απριλίου, ο Πελέ σκόραρε δύο φορές στο 5–0 με αντίπαλο την ομάδα του Γκαρίντσα. Η συνάντηση χαρακτηρίστηκε ο «αγώνας του αιώνα» στη Βραζιλία, καθώς οι δύο τους θεωρούνταν οι ισχυρότερες που είχαν παρουσιαστεί στην ιστορία του αθλήματος της χώρας. Στον πρώτο αγώνα η Μποταφόγκο είχε νικήσει με 3–1.
| Το 1963 στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ |
Η Σάντος ήταν σαρωτική στη διοργάνωση και κερδίζει τον τίτλο πέντε φορές διαδοχικά μεταξύ 1961 και 1965, επίδοση ρεκόρ που δεν έχει καταρριφθεί ακόμα.
Το 1963 η ομάδα κατέκτησε τον τίτλο και πάλι στα δύο παιχνίδια του τελικού με τη Μπαΐα (6–0 στην έδρα της και 0–2 εκτός με δύο γκολ του Πελέ) στέφθηκε πρωταθλήτρια πανηγυρικά και ο Πελέ τερμάτισε πρώτος σκόρερ για δεύτερη φορά στη διοργάνωση.
Μεταξύ Νοεμβρίου 1960 και Οκτωβρίου 1963, η Σάντος παρέμενε αήττητη στο πρωτάθλημα για 54 συνεχόμενους αγώνες, παγκόσμιο ρεκόρ εκείνη την εποχή, ενώ μεταξύ 1961 και 1963 σκόραρε σε 73 συνεχή επίσημα παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις σημειώνοντας 245 τέρματα, από τα οποία 85 ο Πελέ. Η επίδοση του συλλόγου είναι η τέταρτη καλύτερη όλων των εποχών στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο (τότε τρίτη).
Στις 19 Ιανουαρίου 1964 στη διοργάνωση του Taça Brazil 1963, ο Πελέ αντικατέστησε τον τερματοφύλακα ο οποίος είχε αποβληθεί, στον ημιτελικό με την Γκρέμιο.
Για περίπου πέντε λεπτά, αφού είχε σημειώσει τρία γκολ και το αποτέλεσμα ήταν 4–3 υπέρ της Σάντος, έπαιξε με τη νούμερο ένα φανέλα και έκανε δύο σωτήριες επεμβάσεις διατηρώντας το μέχρι τότε αποτέλεσμα. Η πρώτη φορά που κλήθηκε να φορέσει τη φανέλα με το νούμερο ένα ήταν σε ένα χαμηλής σημασίας αγώνα πρωταθλήματος της πολιτείας του Σάο Πάολο με αντίπαλο τη Μίνοους Κομέρσιαλ (Minnows Comercial). Έχοντας ήδη σκοράρει, αγωνίστηκε ως τερματοφύλακας για 20 λεπτά στο δεύτερο ημίχρονο και δε δέχθηκε γκολ.
Χρειάστηκε τέσσερις συνολικά φορές να αγωνιστεί σαν τερματοφύλακας (οι άλλες το 1959, το 1969 και το 1973) καθώς οι αλλαγές σε επίσημους αγώνες δεν επιτρέπονταν τότε.
Στη διοργάνωση του 1964 ήταν και πάλι πρώτος σκόρερ με επτά γκολ, ενώ σημείωσε χατ τρικ στο 4–1 με αντίπαλο την Φλαμένγκο στον τελικό.
Στις 21 Νοεμβρίου 1964, στον αγώνα Σάντος - Μποταφόγκο ντε Ριμπεϊράο Πρέτο (Botafogo de Ribeirão Preto, αποτέλεσμα 11–0), ο Πελέ σκόραρε οκτώ φορές (ένα γκολ με πέναλτι), σημειώνοντας νέο ρεκόρ σε παιχνίδι του πρωταθλήματος Παουλίστα, το οποίο προηγούμενα ανήκε στον Αρτούρ Φριντενράιχ με επτά γκολ από το 1928. Ο αγώνας ήταν για την 25η αγωνιστική του πρωταθλήματος Παουλίστα και διεξήχθη στη Βίλα Μπελμίρο μπροστά σε 9.437 θεατές. Δεν υπάρχει καταγραφή των γεγονότων σε φιλμ παρά μόνο φωτογραφίες. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ο αντίπαλος τερματοφύλακας θεωρήθηκε ο καλύτερος παίκτης της ομάδας του και βραβεύτηκε. Στον εκτός έδρας αγώνα η Σάντος είχε χάσει με 2–0.
Στις 21 Νοεμβρίου 1964, στον αγώνα Σάντος - Μποταφόγκο ντε Ριμπεϊράο Πρέτο (Botafogo de Ribeirão Preto, αποτέλεσμα 11–0), ο Πελέ σκόραρε οκτώ φορές (ένα γκολ με πέναλτι), σημειώνοντας νέο ρεκόρ σε παιχνίδι του πρωταθλήματος Παουλίστα, το οποίο προηγούμενα ανήκε στον Αρτούρ Φριντενράιχ με επτά γκολ από το 1928. Ο αγώνας ήταν για την 25η αγωνιστική του πρωταθλήματος Παουλίστα και διεξήχθη στη Βίλα Μπελμίρο μπροστά σε 9.437 θεατές. Δεν υπάρχει καταγραφή των γεγονότων σε φιλμ παρά μόνο φωτογραφίες. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ο αντίπαλος τερματοφύλακας θεωρήθηκε ο καλύτερος παίκτης της ομάδας του και βραβεύτηκε. Στον εκτός έδρας αγώνα η Σάντος είχε χάσει με 2–0.
Σε ένα από τα συγκλονιστικότερα παιχνίδια στην ιστορία του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος το Δεκέμβριο του 1964, ο κορυφαίος Βραζιλιάνος σημείωσε τέσσερα γκολ ενώ παρείχε και μια ασίστ με αντίπαλο την Κορίνθιανς στο Πασαέμπου, που έληξε με θρίαμβο της Σάντος με 7–4.
Το 1965 ήταν η δεύτερη πιο παραγωγική χρόνια του σε επίσημους αγώνες με 72 τέρματα (μετά από αυτή του 1958 με 75), από τα οποία 49 στο πολιτειακό πρωτάθλημα Παουλίστα σε 28 αγώνες, η δεύτερη καλύτερη επίδοσή του στη διοργάνωση, ενώ η Σάντος κατέκτησε και τους πολιτειακούς τίτλους του 1964 και 1965.
Η διεθνής συλλογική καταξίωση
Το 1962 η ομάδα κέρδισε την πρώτη θέση στον όμιλο της στο Κόπα Λιμπερταδόρες και στον ημιτελικό απέκλεισε την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα της Χιλής.
Η διεθνής συλλογική καταξίωση
Το 1962 η ομάδα κέρδισε την πρώτη θέση στον όμιλο της στο Κόπα Λιμπερταδόρες και στον ημιτελικό απέκλεισε την Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα της Χιλής.
Στον τελικό αντιμετώπισε την κάτοχο του τίτλου Πενιαρόλ.
Ο Πελέ σημείωσε δύο γκολ (αποτέλεσμα 3–0) σε τρίτο αγώνα που ήταν επαναληπτικός και έγινε στο Μπουένος Άιρες (λόγω διακοπής της δεύτερης συνάντησης στη Βραζιλία, σε δύο αγώνες που δεν είχε συμμετάσχει) και η Σάντος έγινε ο πρώτος βραζιλιάνικος σύλλογος που κατέκτησε το τρόπαιο.
Την ίδια χρονιά, ο Πελέ σημείωσε 37 γκολ και ήταν πρώτος σκόρερ και τροπαιούχος με την ομάδα στο Καμπεονάτο Παουλίστα και το Taça Brazil και η Σάντος έγινε η πρώτη ομάδα στην ιστορία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου που κατέκτησε τρεμπλ.
Το 1963 η Σάντος κατέκτησε και πάλι το Κόπα Λιμπερταδόρες: απέκλεισε τη Μποταφόγκο στον ημιτελικό με 1–1 στην έδρα της με το Πελέ να σημειώνει το μοναδικό γκολ και χατ τρικ στη νίκη με 4–0 στο Μαρακανά.
Στον τελικό επικράτησε της Μπόκα Τζούνιορς με δύο νίκες, τη δεύτερη στο Μπουένος Άιρες στις 11 Σεπτεμβρίου με 2–1 με νικητήριο τέρμα του Πελέ, ενώ από ατομική του προσπάθεια προέκυψε η τελική πάσα στον σκόρερ του πρώτου γκολ Κουτίνιο.
Η Σάντος έγινε (και παραμένει) η μόνη βραζιλιάνικη ομάδα που κέρδισε τον τίτλο μέσα στην Αργεντινή.
Τις δύο επόμενες χρονιές, ο βραζιλιάνικος σύλλογος έφτασε μέχρι τους ημιτελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες (με τη μονομαχία με την Πενιαρόλ το 1965 να χρειάζεται τρεις αγώνες για να κριθεί), ενώ το 1966, το 1967 και το 1969 είχε προκριθεί αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει προτιμώντας τις περιοδείες φιλικών αγώνων ανά τον κόσμο που ήταν οικονομικά πιο προσοδοφόρες. Ο Πελέ ήταν πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης του 1965 με οκτώ τέρματα και έκλεισε την πορεία του ως πρώτος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού με 17 γκολ σε 15 συναντήσεις (σύμφωνα με τη FIFA).
Νικώντας δύο ισχυρότατες ευρωπαϊκές ομάδες τη Μπενφίκα (1962) και τη Μίλαν (1963) στους τελικούς του Διηπειρωτικού Κυπέλλου συμπεριλαμβανομένης μιας νίκης με σκορ 5–2 εκτός έδρας απέναντι στη Μπενφίκα με χατ τρικ του κορυφαίου βραζιλιάνου, αντιμετώπισε και επιχειρήματα σχετικά με τα πλεονεκτήματα και την υπεροχή του ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής.
Νικώντας δύο ισχυρότατες ευρωπαϊκές ομάδες τη Μπενφίκα (1962) και τη Μίλαν (1963) στους τελικούς του Διηπειρωτικού Κυπέλλου συμπεριλαμβανομένης μιας νίκης με σκορ 5–2 εκτός έδρας απέναντι στη Μπενφίκα με χατ τρικ του κορυφαίου βραζιλιάνου, αντιμετώπισε και επιχειρήματα σχετικά με τα πλεονεκτήματα και την υπεροχή του ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής.
Το 1961 Σάντος και Μπενφίκα είχαν συναντηθεί στα πλαίσια του τουρνουά του Παρισιού και σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι οι Βραζιλιάνοι νίκησαν με 6–3 με δύο γκολ του Πελέ.
Η συνάντηση της Λισσαβόνας (11 Νοεμβρίου 1962) ήταν και η πρώτη εμφάνιση σε επίσημο αγώνα του Πελέ σε επίπεδο συλλόγων στην Ευρώπη, οι πρωταθλητές Πορτογαλίας φάνταζαν πανίσχυροι στην έδρα τους ελπίζοντας να ανατρέψουν το πενιχρό προβάδισμα με 3–2 που είχαν οι Βραζιλιάνοι με δύο γκολ του Πελέ στον πρώτο αγώνα, αλλά βρέθηκαν να χάνουν με 5–0 μετά από 77 λεπτά αναμέτρησης. Το 0–2 έπειτα από εντυπωσιακή ατομική προσπάθεια που τη χαρακτήριζε η μεγάλη ταχύτητα και το άψογο τελείωμα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα γκολ της σταδιοδρομίας του.
Παράλληλα έδωσε και τις δύο ασίστ για τα άλλα δύο γκολ των Πέπε και Κουτίνιο.
Ο Πελέ δήλωσε ότι ήταν το καλύτερο παιχνίδι της καριέρας του.
Ο τερματοφύλακας της Μπενφίκα, Κόστα Περέιρα (Costa Pereira), είπε μετά το παιχνίδι: «Έφτασα ελπίζοντας να σταματήσω έναν σπουδαίο άνθρωπο, αλλά έφυγα πεπεισμένος ότι είχα νικηθεί από κάποιον που δεν γεννήθηκε στον ίδιο πλανήτη με τους υπόλοιπους από εμάς».
Η πολλαπλή αυτή επιτυχία ήρθε στον εορτασμό των 50 χρόνων της ομάδας, η οποία κέρδισε παγκόσμιο θαυμασμό θεωρούμενη ως όχι μόνο η καλύτερη του κόσμου αλλά και στις καλύτερες όλων των εποχών, βασιζόμενη στην αρχή «αν οι αντίπαλοι βάλουν ένα γκολ, εμείς θα βάλουμε τρία».
Με αυτό το τρόπαιο η Σάντος έγινε ο πρώτος σύλλογος στην ποδοσφαιρική ιστορία που κατέκτησε τέσσερις επίσημους τίτλους σε μία χρονιά, ενώ παραμένει η μοναδική ομάδα της Βραζιλίας που το έχει επιτύχει.
Η γαλλική εφημερίδα L'Équipe τη σύγκρινε με τη Ρεάλ Μαδρίτης των προηγούμενων ετών και τη Χόνβεντ Βουδαπέστης των αρχών της δεκαετίας του 1950, ο δε Βιττόριο Πότσο, προπονητής της δύο φορές πρωταθλήτριας κόσμου Ιταλίας δήλωσε ότι «αυτή η ομάδα είναι αήττητη και μόνο σε φιλικό αγώνα θα μπορούσε να χάσει, ενώ με τον Πελέ σε τέτοια φόρμα, η ομάδα δεν έχει καμία σχέση».
Το 1963 ο Πελέ σημείωσε τα δύο γκολ στο Μιλάνο (16 Οκτωβρίου, ήττα με 4–2) αλλά τραυματίστηκε και δεν έπαιξε στον επαναληπτικό που κρίθηκε στην παράταση υπέρ των λατιναμερικάνων. Έχοντας πετύχει επτά τέρματα παραμένει πρώτος σκόρερ στην ιστορία του Διηπειρωτικού Κυπέλλου.
Στα δύο αυτά χρόνια ο Πελέ κατέκτησε 9 από τους 10 συλλογικούς τίτλους που η ομάδα διεκδίκησε χάνοντας μόνο το Πρωτάθλημα Παουλίστα του 1963. Σημείωσε 172 τέρματα σε 124 αγώνες μεταξύ του Ιανουαρίου του 1961 και του Δεκεμβρίου του 1962, ενώ μεταξύ Αυγούστου και Νοεμβρίου του 1962 σκόραρε σε 20 διαδοχικά
παιχνίδια συμπεριλαμβανομένων φιλικών.
| Η Σάντος το 1962. Ο Πελέ είναι καθιστός, δεύτερος από δεξιά |
Η κατάκτηση της πρωτιάς του κόσμου σε συλλογικό επίπεδο ήρθε με τον Πελέ στην καλύτερη φόρμα της καριέρας του (και την ανωτέρη οποιοδήποτε ποδοσφαιριστή στην ιστορία του αθλήματος), κάτι που δεν έχει γίνει ευρέως ιστορικά γνωστό.
Ο Πελέ βρίσκονταν στην κορυφή της ιστορίας του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, ωστόσο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την πρόοδο της ομάδας που έμεινε ως εμβληματική και αναντικατάστατη αναφορά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όλων των εποχών, σε βαθμό που αυτή να αποκαλείται «Η Σάντος του Πελέ».
Μιας ομάδας όπου ο σεβασμός στα συστήματα και ο συντονισμός των αμυντικών κινήσεων ήταν δευτερεύοντα με το θέαμα να είναι ο κύριος στόχος. Ο χαρακτηρισμός «λευκό μπαλέτο» που της δόθηκε προέρχονταν από τις περίτεχνες ενέργειες των ποδοσφαιριστών της και τους εντυπωσιακούς συνδυασμούς τους.
Η ομάδα διατήρησε τον ίδιο προπονητή από το 1954 έως το 1966, τον καλύτερο Βραζιλιάνο τερματοφύλακα (Ζιλμάρ), και σημαντικούς παίκτες σε όλες τις γραμμές, όπως τους Ζίτο και τους Κλοντοάλντο και Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες από το 1966. Τη διετία 1966–67 η αποχώρηση της πρώτης γενιάς πρωταγωνιστών έφερε επανακαθορισμό του τρόπου παιχνιδιού της ομάδας με ενίσχυση της άμυνας, γεγονός που σταδιακά ελάττωσε την παραγωγικότητα του Πελέ αλλά αύξησε τη δημιουργικότητά του. Τα δύο αυτά χρόνια υπήρξε κάμψη γνωρίζοντας τη μεγαλύτερη ήττα του από την Κρουζέιρο στον τελικό του πρωταθλήματος με 6–2, σε ένα παιχνίδι που ο Πελέ αποβλήθηκε.
Οι περιοδείες της Σάντος
Χρησιμοποιώντας τη φήμη και τα επιτεύγματά της αλλά κυρίως διαθέτοντας στις τάξεις της το «βασιλιά» του αθλήματος, η Σάντος ταξίδεψε σε όλες τις ηπείρους αντιμετωπίζοντας πολυάριθμες ομάδες σε φιλικές συναντήσεις.
Η ομάδα διατήρησε τον ίδιο προπονητή από το 1954 έως το 1966, τον καλύτερο Βραζιλιάνο τερματοφύλακα (Ζιλμάρ), και σημαντικούς παίκτες σε όλες τις γραμμές, όπως τους Ζίτο και τους Κλοντοάλντο και Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες από το 1966. Τη διετία 1966–67 η αποχώρηση της πρώτης γενιάς πρωταγωνιστών έφερε επανακαθορισμό του τρόπου παιχνιδιού της ομάδας με ενίσχυση της άμυνας, γεγονός που σταδιακά ελάττωσε την παραγωγικότητα του Πελέ αλλά αύξησε τη δημιουργικότητά του. Τα δύο αυτά χρόνια υπήρξε κάμψη γνωρίζοντας τη μεγαλύτερη ήττα του από την Κρουζέιρο στον τελικό του πρωταθλήματος με 6–2, σε ένα παιχνίδι που ο Πελέ αποβλήθηκε.
Οι περιοδείες της Σάντος
Χρησιμοποιώντας τη φήμη και τα επιτεύγματά της αλλά κυρίως διαθέτοντας στις τάξεις της το «βασιλιά» του αθλήματος, η Σάντος ταξίδεψε σε όλες τις ηπείρους αντιμετωπίζοντας πολυάριθμες ομάδες σε φιλικές συναντήσεις.
Πριν εισαχθούν οι ηπειρωτικοί διαγωνισμοί, ήταν συνηθισμένο για μεγάλες ομάδες να περιοδεύσουν σε άλλες χώρες.
Στην πρώτη περιοδεία του 1959 η ομάδα έπαιξε 14 παιχνίδια σε 42 ημέρες στην Κεντρική και Νότια Αμερική με τον Πελέ να σημειώνει 15 γκολ.
Η δημοφιλία του Βραζιλιάνου παίκτη αυξήθηκε κατακόρυφα σε όλο τον πλανήτη.
Οι σημαντικότεροι σύλλογοι των χωρών αυτών αγωνιζόταν σε αυτές τις συναντήσεις στοχεύοντας πάντα στη νίκη απέναντι στη μεγάλη αντίπαλο του κορυφαίου ποδοσφαιριστή του κόσμου. Για πολλές από αυτές τις ομάδες και τους παίκτες τους η επιτυχής αντιμετώπισή του ήταν μέχρι και η σημαντικότερη στιγμή στην καριέρα τους.
Σε ορισμένα δε από αυτά υπήρχε σκληρή αντιμετώπιση, ενώ συχνά συνέβαινε τα παιχνίδια αυτά να είναι κάθε δεύτερη μέρα για τη Σάντος χωρίς περιθώρια ξεκούρασης.
Στη δεύτερη περιοδεία του 1959 που ξεκίνησε στη Βουλγαρία, αγωνίστηκε σε 22 παιχνίδια σε 14 χώρες σε διάστημα ενάμισι μηνός με τον Πελέ να σημειώνει 23 τέρματα.
Σε εννέα ημέρες εκείνη τη χρονιά αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια σε λιγότερο από 24 ώρες.
Απέναντι στις ευρωπαϊκές ομάδες, ο Πελέ πέτυχε 115 τέρματα σε 104 εμφανίσεις, έχοντας αναλογία γκολ ανά αγώνα 1,10, υψηλότερο από το μέσο όρο του συνόλου των φιλικών συναντήσεων (0,95) αλλά και των επίσημων αγώνων (0,92).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνάντηση με τη Ρεάλ Μαδρίτης το 1959, τότε τέσσερις φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης που έγινε στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου μπροστά σε 110.000 θεατές και έληξε με 5–3 υπέρ της ισπανικής ομάδας του Αλφρέδο Ντι Στέφανο (που δεν σημείωσε γκολ, ο Πελέ το πρώτο της ομάδας του).
Μετά τον αγώνα ο πρόεδρος της Ρεάλ Σαντιάγο Μπερναμπέου συναντήθηκε με τον Βραζιλιάνο με πρόθεση να ζητήσει τη μεταγραφή του, κάτι που τελικά το ανέβαλε λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Δύο προσπάθειες που έκανε ο Μπερναμπέου βλέποντας τον Πελέ ως διάδοχο του 33χρονου Ντι Στέφανο δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Είχαν προηγηθεί νίκες επί της πρωταθλήτριας Ισπανίας Μπαρτσελόνα με 5–1 με δύο γκολ του Πελέ και επί της Ίντερ με 7–1, όπου σημείωσε τέσσερα γκολ.
Οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις στη Γαλλία την ίδια χρονιά οδήγησαν την L'Équipe να γράψει ότι «Έχουμε δει τώρα το ανώτατο έργο τέχνης. Ο Πελέ διεισδύει στους αντιπάλους του, όπως η νοβοκαΐνη μέσα στους ιστούς ενός αρρώστου».
Ο σύλλογος επισκέφθηκε πολλές χώρες χωρίς ποδοσφαιρική παράδοση και πολλές υποανάπτυκτες συμμετέχοντας και σε διεθνή τουρνουά στα πλαίσια προετοιμασίας των ομάδων. Οι περιοδείες αυτές ήταν οικονομικά προσοδοφόρες για το σωματείο που πληρώνονταν με χαμηλότερα ποσά (έως και πέντε φορές) αν δεν συμμετείχε ο κορυφαίος παίκτης της και έτσι μπόρεσε να τον διατηρήσει στις τάξεις της και υλικά ικανοποιημένο.
Αξιομνημόνευτο είναι το φιλικό παιχνίδι στα πλαίσια διεθνούς τουρνουά στη Χιλή, όπου η Σάντος αντιμετώπισε τη δευτεραθλήτρια κόσμου Εθνική Τσεχοσλοβακίας στις 16 Ιανουαρίου 1965 μπροστά σε 80.000 θεατές που απόλαυσαν ένα αξέχαστο θέαμα στη νίκη του βραζιλιάνικου συλλόγου με 6–4 με τρία γκολ του Πελέ σε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της καριέρας του.
| Το 1965 με τη Σάντος |
Το καλοκαίρι του 1961 η Σάντος ταξίδευσε στην Ευρώπη για μια σειρά φιλικών αγώνων. Ο Πελέ είχε τραυματιστεί σε φιλικό αγώνα στο Μεξικό το Φεβρουάριο και δεν ταξίδεψε με την ομάδα, η οποία νίκησε τη Μπάγερν Μονάχου με 3–2 αλλά το γήπεδο ήταν γεμάτο κατά το ήμισυ και οι διαμαρτυρίες των αντιπάλων συλλόγων έντονες για την απουσία του, ο οποίος κέρδισε στο μεταξύ χρόνο θεραπείας και ενσωματώθηκε στην ομάδα.
Στην Ιταλία η Σάντος προσκλήθηκε στην 100ετή επέτειο ενοποίησης της Ιταλίας. Μπροστά από 60.000 άτομα, νίκησε την πρωταθλήτρια Γιουβέντους με 2–0 στο Τορίνο, ενώ τρεις ημέρες αργότερα τη Ρόμα στο Ολυμπιακό Στάδιο με 5–0 με 80.000 θεατές.
Τρεις ημέρες αργότερα, η Ίντερ έχασε και αυτή καθαρά με 4–1 μπροστά σε 110.000 θεατές. Ο Πελέ σημείωσε τέσσερα γκολ κατά των ιταλικών ομάδων.
Δεν έχασε και από καμία άλλη σε σύνολο 16 αγώνων. Οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως «βασιλιά του ποδοσφαίρου» ή απλά «Ο Βασιλιάς» από τον ευρωπαϊκό τύπο πριν κλείσει τα 21 του χρόνια.
Ένας από τους σταθμούς της Σάντος, θα γίνει αργότερα και η Ελλάδα στην οποία έδωσε τρεις φιλικούς αγώνες νικώντας την Α.Ε.Κ. με 3–0 και τον Π.Α.Ο. με 3–2 (από ένα γκολ του Πελέ), ενώ έχασε (μετά από 16 αγώνες) από τον Ολυμπιακό στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με 2–1.
Η συγκίνηση της νίκης κόστισε τη ζωή σε ένα φίλαθλο από καρδιακό επεισόδιο.
Η επιτυχία έμελλε να συνοδεύει τον Ολυμπιακό στο πέρασμα των χρόνων, αφού έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του, μέσω του ύμνου της ομάδας.
Στην ευρωπαϊκή περιοδεία του 1963 ο Πελέ σημείωσε τέσσερα γκολ στο 5–2 επί της Άιντραχτ Φρανκφούρτης και τρία στο 5–3 επί της πρωταθλήτριας Ισπανίας Ατλέτικο Μαδρίτης.
Ο ενθουσιασμός των φιλάθλων με την παρουσία του Πελέ οδηγούσε συχνά σε εκδηλώσεις υπερβολής, καθώς η φήμη του τον είχε καταστήσει ως το μεγαλύτερο είδωλο στην ιστορία του αθλήματος νωρίς κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Στην πατρίδα του με κάθε σειρά από νέες φανέλες για την ομάδα, ο σύλλογός του είχε παραγγείλει 20 επιπλέον φανέλες με τον αριθμό δέκα - με τον οποίο αγωνιζόταν. Μετά τα περισσότερα παιχνίδια, οι οπαδοί έκλεβαν τη φανέλα ως αναμνηστικό.
Ο ενθουσιασμός των φιλάθλων με την παρουσία του Πελέ οδηγούσε συχνά σε εκδηλώσεις υπερβολής, καθώς η φήμη του τον είχε καταστήσει ως το μεγαλύτερο είδωλο στην ιστορία του αθλήματος νωρίς κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Στην πατρίδα του με κάθε σειρά από νέες φανέλες για την ομάδα, ο σύλλογός του είχε παραγγείλει 20 επιπλέον φανέλες με τον αριθμό δέκα - με τον οποίο αγωνιζόταν. Μετά τα περισσότερα παιχνίδια, οι οπαδοί έκλεβαν τη φανέλα ως αναμνηστικό.
Στις 25 Ιανουαρίου 1962 σε φιλικό αγώνα με την Αλιάνσα Λίμα στο Περού ο προπονητής αντικατέστησε τον Πελέ στο ημίχρονο, αλλά οι επιθετικές αποδοκιμασίες των Περουβιανών φιλάθλων τον υποχρέωσαν να τον επαναφέρει γρήγορα στον αγωνιστικό χώρο.
Το 1960 σε πτήση για την Αίγυπτο, το αεροπλάνο της ομάδας σταμάτησε στη Βηρυτό, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος απειλώντας να απαγάγει τον Πελέ, εκτός εάν η Σάντος συμφωνούσε να παίξει με μια ομάδα του Λιβάνου. Η επέμβαση της αστυνομία το αντιμετώπισε αποφασιστικά και η πτήση ολοκληρώθηκε.
Ένα πρωί στο αεροδρόμιο του Καράκας η ομάδα του έπρεπε να περιμένει τέσσερις ώρες μέσα στο αεροπλάνο μέχρι να αποσυρθούν οι φίλαθλοι επαρκώς για να αποβιβαστεί.
Στην Ακτή Ελεφαντοστού 15.000 Αφρικανοί σχημάτισαν ανθρώπινη αλυσίδα στο δρόμο από το αεροδρόμιο προς την πόλη του Αμπιτζάν, πανηγυρίζοντας έξαλλα καθώς ο ήρωάς τους πέρασε σε ένα ανοικτό αυτοκίνητο, κρατώντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι θριαμβευτικά.
Σε περιοδεία της Σάντος το 1968 στη Νότια Αμερική και ενώ το αποτέλεσμα είναι μέχρι εκείνη τη στιγμή 1–1, ο διαιτητής του αγώνα με την Ολυμπιακή ομάδα της Κολομβίας επικυρώνει γκολ για την Κολομβία παρά το προφανές οφσάιντ, οι διαμαρτυρίες των Βραζιλιάνων έχουν ως αποτέλεσμα την αποβολή δύο από αυτών, με το δεύτερο να είναι ο Πελέ. Οι 60.000 εξαγριωμένοι φίλαθλοι πετούν ότι βρίσκουν μπροστά τους προς το διαιτητή φωνάζοντας ότι πλήρωσαν για να τον δουν να παίζει. Ο διαιτητής υπό αστυνομική προστασία έφυγε από τον αγωνιστικό χώρο και με την απειλή επέκτασης των επεισοδίων το παιχνίδι επαναρχίζει με νέο διαιτητή και τον Πελέ να αγωνίζεται κανονικά ξανά.
Ο αγώνας έληξε με 4–2 υπέρ της Σάντος με το τελευταίο τέρμα από τον Πελέ.
«Από 28 άτομα στην αποστολή της Βραζιλίας, 25 μου επιτέθηκαν. Οι μόνοι που δεν με χτύπησαν ήταν ο γιατρός, ο δημοσιογράφος και ο Πελέ», είπε σε αργότερα σε συνεντεύξεις ο διαιτητής.
Το 1972 50 φίλαθλοι τραυματίστηκαν πριν από τον αγώνα της Σάντος με τη Ρόμα, καθώς 70.000 οπαδοί εμφανίστηκαν δίνοντας μάχη για να μπουν στο γήπεδο χωρητικότητας 50.000 ατόμων. Στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο στις 5 Σεπτεμβρίου 1972 υπήρχαν σοβαρές αναταραχές και άρματα μάχης στους δρόμους στο φιλικό παιχνίδι με την εθνική ομάδα της χώρας. Αλλά η αντιπροσωπεία δεν προέβλεψε την αντίδραση του πλήθους στο γκολ του Πελέ στο 43ο λεπτό. Οι θαυμαστές εισέβαλαν στο γήπεδο και γύριζαν στους δρόμους της πόλης μεταφέροντας τον Βραζιλιάνο στους ώμους τους. Θα χρειαστεί αρκετή ώρα για να σωθεί και ο αγώνας να τελειώσει εκεί.
Ο συμπαίκτης του Κλοντοάλντο σχολίασε τον θαυμασμό που είδε: «Σε ορισμένες χώρες ήθελαν να τον αγγίξουν, σε άλλες ήθελαν να τον φιλήσουν. Σε άλλες φίλησαν ακόμη και το έδαφος στο οποίο περπάτησε. Σκέφτηκα ότι ήταν όμορφο, απλά
πανέμορφο».
| Με το Κύπελλο Copa Ciudad de Buenos Aires το 1968 |
Το 1969 στη δεύτερη από τις τρεις περιοδείες στην Αφρική, οι δύο παρατάξεις που πολεμούσαν στον εμφύλιο πόλεμο στη Νιγηρία συμφώνησαν σε 48ωρη εκεχειρία για να δουν το παιχνίδι της Σάντος σε ένα φιλικό στο Λάγος με τη νιγηριανή ομάδα Stationary Stores FC που διεξήχθη στις 26 Ιανουαρίου.
Τον αγώνα παρακολούθησαν 25.000 θεατές και έληξε ισόπαλος 2–2 με δύο τέρματα του Πελέ. Η ακριβής τεκμηρίωση των γεγονότων αποτελεί δύσκολη υπόθεση λόγω της κατάστασης της χώρας εκείνη την εποχή. Παρά τη δημοσίευση του γεγονότος σε μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης αρκετά χρόνια αργότερα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατάπαυση του πυρός αφορούσε το φιλικό αγώνα της Σάντος με την Εθνική Νιγηρίας που διεξήχθη στο Μπενίν, κοντά στα σύνορα με τη Μπιάφρα, στις 4 Φεβρουαρίου (λίγες μέρες αργότερα και απρογραμμάτιστα) και που έληξε με νίκη της βραζιλιάνικης ομάδας με 2–1, χωρίς ο Πελέ να σκοράρει. Η εκεχειρία έγινε για να έχουν την ευκαιρία να τον παρακολουθήσουν όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα στον πρώτο αγώνα του Λάγος συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων της αποκλεισμένης περιοχής. Η δεύτερη άποψη είναι αυτή που αποδείχθηκε ως η σωστή.
Όμως, είχε προηγηθεί λίγες ημέρες πρωτύτερα βραχύβια κατάπαυση του πυρός στα σύνορα μεταξύ Δημοκρατίας του Κονγκό και Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό για τη μεταφορά της ομάδας υπό προστασία από τη μία πρωτεύουσα στην άλλη, γεγονός ελάχιστα γνωστό σε σχέση με τον εμφύλιο της Νιγηρίας.
Στη Μπραζαβίλ του Κονγκό η Σάντος έδωσε τρία παιχνίδια, τα δύο με την εθνική ομάδα της χώρας, νικώντας στο πρώτο με 3–2 παρουσία 80.000 θεατών με τρία γκολ του Πελέ στο δεύτερο ημίχρονο που ανέτρεψαν το μέχρι τότε αποτέλεσμα. Παρών ήταν και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της χώρας Μαριάν Νγκουαμπί (Marien Ngouabi) που βλέποντας το υπερβολικά σκληρό παιχνίδι των συμπατριωτών του στο πρώτο ημίχρονο να μένει ατιμώρητο από το διαιτητή, του ζήτησε τη δίκαια αντιμετώπιση στη συνέχεια.
Τα στοιχεία αυτά ήταν η σημαντικότερη μαρτυρία ότι η φιγούρα του Πελέ ξεπέρασε τα αθλητικά όρια περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον αθλητή στον πλανήτη, εισάγοντας στην ιστορία ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα.
Το 1968 η Σάντος ήταν ξανά στην κορυφή με την κατάκτηση του πρωταθλήματος Παουλίστα με τον Πελέ να σημειώνει 17 τέρματα και συνολικά 55 σε 73 συναντήσεις, πέφτοντας σε αναλογία τερμάτων ανά αγώνα κάτω από το 1,00. Η ομάδα κατέκτησε και το τουρνουά Ρομπέρτο Γκόμες Πεδρόσα (Torneio Roberto Gomes Pedrosa ή ακόμα γνωστό ως Τάσα ντε Πράτα - Taça de Prata ) που αντικατέστησε το τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο και το Taça Brazil έχοντας ρόλο εθνικού πρωταθλήματος νικώντας στον τελικό τη Βάσκο ντα Γκάμα με 2–1 με το νικητήριο γκολ του Πελέ.
Στα τέλη του 1968 η UEFA και η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία Νοτίου Αμερικής (CONMEBOL) δημιούργησαν το Διηπειρωτικό Σούπερ Κύπελλο (Intercontinental Supercup), μίας διοργάνωσης που συγκέντρωσε τους νικητές του Διηπειρωτικού Κυπέλλου από την έναρξη της διοργάνωσης. Το τουρνουά διεξήχθη σε δύο φάσεις με πρώτες τις συναντήσεις μεταξύ των συλλόγων της Νότιας Αμερικής. Με ένα γκολ από τον Πελέ η Σάντος νίκησε τη Ράσινγκ με 2–0 τον Νοέμβριο του 1968 και μετά την Πενιαρόλ στο Μαρακανά, έδρα που συχνά χρησιμοποιούσε η Σάντος σε τέτοιου επιπέδου συναντήσεις. Στις επαναλήψεις η Σάντος νίκησε τη Ρασίνγκ και έχασε από την Πενιαρόλ αλλά προκρίθηκε στον τελικό. Στην ευρωπαϊκή πλευρά, η Ρεάλ Μαδρίτης, αρνήθηκε τη συμμετοχή αφήνοντας την Ίντερ για τον τελικό.
Η τελευταία συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο στις 24 Ιουνίου 1969 και βρίσκει νικητή με 1–0 και σούπερ τροπαιούχο το βραζιλιάνικο σύλλογο. Η διοργάνωση δεν είχε συνέχεια στο μέλλον, αν και την επόμενη χρονιά διοργανώθηκε ξανά, και ο Πελέ σημείωσε δύο γκολ, και τα δύο απέναντι στην τελική νικήτρια Πενιαρόλ.
Το 1973 ο Πελέ κατέκτησε τον τελευταίο τίτλο με τη Σάντος, το πρωτάθλημα Παουλίστα με περιπετειώδη τρόπο μοιράζοντας τον με τη Πορτουγκέσα, ενώ ο ίδιος αναδείχθηκε για 11η φορά πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.
Το 1973 ο Πελέ κατέκτησε τον τελευταίο τίτλο με τη Σάντος, το πρωτάθλημα Παουλίστα με περιπετειώδη τρόπο μοιράζοντας τον με τη Πορτουγκέσα, ενώ ο ίδιος αναδείχθηκε για 11η φορά πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.
Στις 4 Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς σημείωσε ένα από τα ωραιότερα γκολ του με αντίπαλο την Πορτουγκέσα (3–2).
Την ίδια χρονιά αναδείχθηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής στη Νότια Αμερική στο νεοσύστατο τότε βραβείο που διοργάνωσε η εφημερίδα El Mundo της Βενεζουέλας.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 1973 συμμετείχε στον αποχαιρετιστήριο αγώνα προς τιμή του Γκαρίντσα σημειώνοντας ένα από τα δύο γκολ της Βραζιλίας στη νίκη της επί της Μικτής Κόσμου με 2–1. Με τον τέως συμπαίκτη του συνδέονταν με αλληλοσεβασμό.
| Το 1973 από αγώνα της Σάντος στην Αργεντινή με την Ουρακάν |
Το 1974 μετά από 19 χρόνια με τη Σάντος, ο Πελέ αποφάσισε να αποσυρθεί από το ποδόσφαιρο έχοντας κερδίσει 10 τίτλους Πρωταθλήματος Παουλίστα, έξι Πρωταθλήματα Βραζιλίας στη σειρά από το 1961 ως 1965 (με τη μορφή του Taça Brazil που είχε αυτό το ρόλο) και ένα το 1968 με τη μορφή του τουρνουά Ρομπέρτο Γκόμες Πεντρόσα, τρία τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο, δύο Κόπα Λιμπερταδόρες, δύο Διηπειρωτικά Κύπελλα και ένα Σούπερ Διηπειρωτικό Κύπελλο.
Τα τελευταία του δύο γκολ του για την ομάδα τα σημείωσε στις 22 Σεπτεμβρίου 1974 απέναντι στη Γκουαρανί (2–2) για το πρωτάθλημα Παουλίστα.
Το τελευταίο παιχνίδι του με την ομάδα ήταν στην έδρα της απέναντι στην Πόντε Πρέτα για το πρωτάθλημα Παουλίστα στις 2 Οκτωβρίου 1974 που έληξε με νίκη της γηπεδούχου με 2–0. Ο Πελέ αγωνίστηκε για 21 λεπτά εξαιτίας ενός μικρού τραυματισμού, και αποχώρησε αποθεωμένος από τους 20.258 θεατές της συνάντησης.
Σε ατομικό επίπεδο είχε 11 πρωτιές ως κορυφαίου σκόρερ του πρωταθλήματος Παουλίστα, επίδοση που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ, ενώ κατέχει τις τέσσερις καλύτερες επιδόσεις στην ιστορία του θεσμού, ο μόνος που ξεπέρασε τα 40 τέρματα σε μία χρονιά.
Μεταξύ 1957 και 1970, ήταν κορυφαίος σκόρερ σε έξι διαφορετικές διοργανώσεις, στο Πρωτάθλημα Παουλίστα, το τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο, το Taça Brazil, το Κόπα Λιμπερταδόρες, το Διηπειρωτικό Κύπελλο και το Πρωτάθλημα Ένοπλων Δυνάμεων της Βραζιλίας. Σε τρεις περιπτώσεις, ήταν πρώτος σκόρερ περισσότερες από μία φορές.
Σημείωσε 643 τέρματα σε 665 επίσημους αγώνες (666 σύμφωνα με την RSSSF - 2024) με τη Σάντος, ρεκόρ κόσμου για παίκτη σε ένα σύλλογο σύμφωνα με τη FIFA που καταρρίφθηκε το 2020.
Συμπεριλαμβανομένων των φιλικών αγώνων το γενικό σύνολο σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του συλλόγου είναι 1.091 τέρματα από οποία τα 567 σε αγώνες πρωταθλημάτων με 467 στο Πρωτάθλημα Παουλίστα.
Η RSSSF αναφέρει ως σύνολο τερμάτων τα 1.093.
Το σύνολο των αγώνων με το βραζιλιάνικο σύλλογο ήταν 1.116 παιχνίδια, όμως μόνο 210 από αυτά ήταν στο γήπεδο της Σάντος, το Βίλα Μπελμίρο (σημείωσε 288 γκολ) μεταφέροντας τα πιο σημαντικά της παιχνίδια στα μεγάλα γήπεδα της χώρας.
Ήταν πρώτος σκόρερ της ομάδας σε 16 από τις 18 χρονιές τις οποίες αγωνίστηκε.
Η αποχώρηση του Πελέ ακολουθήθηκε από σοβαρή εξασθένηση της ομάδας: την τελευταία τετραετία της παρουσίας του (1971–74), η Σάντος ήταν κατά μέσο όρο στην τρίτη θέση του Καμπεονάτο Παουλίστα (και ένας τίτλος) και στην έκτη θέση του Καμπεονάτο Μπραζιλέιρο.
Την επόμενη τετραετία (1975–78), έπεσε κατά μέσο όρο στην έβδομη θέση του Καμπεονάτο Παουλίστα και μόλις στην 23η θέση του Καμπεονάτο Μπραζιλέιρο.
Με την εξαίρεση του Αλφρέδο Ντι Στέφανο στη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Πελέ διέψευσε το στερεότυπο ότι κανένας παίκτης δεν είναι μεγαλύτερος από μία ομάδα.
Τα καλύτερα γκολ
Σύμφωνα με τον ίδιο τον Πελέ, το καλύτερο γκολ του ήταν αυτός που σημείωσε στο στάδιο Ρουά Ζαβαρί (Rua Javari, επίσημη ονομασία Estádio Conde Rodolfo Crespi) στις 2 Αυγούστου 1959 σε έναν αγώνα του πρωταθλήματος Παουλίστα με αντίπαλο την Ατλέτικο Γιουβέντους παρουσία 5.000 περίπου θεατών.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον Πελέ, το καλύτερο γκολ του ήταν αυτός που σημείωσε στο στάδιο Ρουά Ζαβαρί (Rua Javari, επίσημη ονομασία Estádio Conde Rodolfo Crespi) στις 2 Αυγούστου 1959 σε έναν αγώνα του πρωταθλήματος Παουλίστα με αντίπαλο την Ατλέτικο Γιουβέντους παρουσία 5.000 περίπου θεατών.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχει οπτική καταγραφή αυτού του παιχνιδιού, παρά μόνο λίγες φωτογραφίες, το γκολ ανακατασκευάστηκε με κινούμενη εικόνα υπολογιστή κατόπιν αιτήματος του ίδιου του Πελέ.
Μέχρι τη στιγμή της επίτευξης του τέρματος ο Πελέ προκαλούνταν από τους οπαδούς των αντιπάλων, ενώ μετά το γκολ, «ο βασιλιάς» πανηγύρισε με μια σφιχτή γροθιά του ενός χεριού του στον αέρα, ένας τρόπος εορτασμού που από τότε καθιέρωσε.
Έγινε αποδέκτης της μπάλας μετά από μια σέντρα από τα δεξιά και άρχισε να τρέχει κατευθυνόμενος προς το τέρμα, περνώντας απ' ευθείας έναν αντίπαλο και μετά επιχειρώντας τρεις συνεχείς προσπάθειες πετώντας τη μπάλα πάνω σε δύο αμυντικούς αλλά και τον τερματοφύλακα («σομπρέρο») και έσπρωξε τη μπάλα με το κεφάλι στο άδειο τέρμα.
Προς τιμή του γκολ αυτού τον Αύγουστο του 2006 τοποθετήθηκαν μία προτομή και μία πλάκα έξω από το Ρουά Ζαβαρί.
| Η προτομή του Πελέ που υπενθυμίζει το γκολ απέναντι στην Ατλέτικο Γιουβέντους |
Στις 5 Μαρτίου του 1961, ο Πελέ σημείωσε το λεγόμενο «γκολ ντε πλάκα» (Gol de placa - τέρμα για πλακέτα): ένα γκολ εναντίον της Φλουμινένσε στο 41ο λεπτό της συνάντησης του Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο, που θεωρήθηκε τόσο εντυπωσιακό που τοποθετήθηκε μία πλάκα με αφιέρωση ως το πιο όμορφο τέρμα που σημειώθηκε ποτέ στο στάδιο Μαρακανά.
Ήταν μια ατομική προσπάθεια του Βραζιλιάνου διάρκειας άνω του ενός λεπτού που διέσχισε απόσταση σχεδόν 70 μέτρων, ξεπέρασε έξι αντιπάλους προτού αποφύγει και τον τερματοφύλακα και ευστόχησε, μία εντυπωσιακή αλληλουχία που προκάλεσε μια μόνιμη επευφημία διάρκειας σχεδόν δύο πλήρων λεπτών από όλους τους θεατές που ήταν παρόντες, ακόμη και από τους αντιπάλους, σε ένα φαινόμενο που δεν είχε παρατηρηθεί προηγούμενα στο Μαρακανά.
Ήταν το 1–0 στον αγώνα και το 371ο τέρμα του σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς. Ο αγώνας έληξε με 3–1 υπέρ της Σάντος. Και αυτό το γκολ σημειώθηκε χωρίς τηλεοπτική καταγραφή.
Τον Απρίλιο του 1975 ταξίδευσε στη Βηρυτό για να συμμετάσχει σε φιλικό αγώνα μεταξύ της κορυφαίας ομάδας του Λιβάνου Νεζμέ Σ.Κ. (Nejmeh SC) και μιας ομάδας με επίλεκτους παίκτες γαλλόφωνων πανεπιστημίων. Όταν έφτασε ο Πελέ, πλήθη μπλόκαρουν τους δρόμους για να τον δουν.
Τον Απρίλιο του 1975 ταξίδευσε στη Βηρυτό για να συμμετάσχει σε φιλικό αγώνα μεταξύ της κορυφαίας ομάδας του Λιβάνου Νεζμέ Σ.Κ. (Nejmeh SC) και μιας ομάδας με επίλεκτους παίκτες γαλλόφωνων πανεπιστημίων. Όταν έφτασε ο Πελέ, πλήθη μπλόκαρουν τους δρόμους για να τον δουν.
Την ημέρα του παιχνιδιού 40.000 θεατές γέμισαν το γήπεδο από νωρίς το πρωί.
Το παιχνίδι του Πελέ στο Λίβανο θεωρείται μία από τις κορυφαίες στιγμές του λιβανέζικου ποδοσφαίρου.
Μια εβδομάδα αργότερα ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος
Νιου Γιορκ Κόσμος
Το 1975 και ενώ είχε αποχωρήσει για οκτώ μήνες από το ποδόσφαιρο, ο Πελέ επέστρεψε στα γήπεδα με τη Νιου Γιορκ Κόσμος - συμφωνία που υπογράφηκε στις Βερμούδες στις 9 Ιουνίου, και ανακοινώθηκε την επόμενη μέρα, η οποία του προσέφερε, με την έγκριση της κυβέρνησης της Βραζιλίας, σύμβαση ατομικών αμοιβών ύψους περίπου 4,7 εκατομμυρίων δολαρίων για τρία χρόνια,ποσό ρεκόρ στην μέχρι τότε αθλητική ιστορία.
Το 1975 και ενώ είχε αποχωρήσει για οκτώ μήνες από το ποδόσφαιρο, ο Πελέ επέστρεψε στα γήπεδα με τη Νιου Γιορκ Κόσμος - συμφωνία που υπογράφηκε στις Βερμούδες στις 9 Ιουνίου, και ανακοινώθηκε την επόμενη μέρα, η οποία του προσέφερε, με την έγκριση της κυβέρνησης της Βραζιλίας, σύμβαση ατομικών αμοιβών ύψους περίπου 4,7 εκατομμυρίων δολαρίων για τρία χρόνια,ποσό ρεκόρ στην μέχρι τότε αθλητική ιστορία.
Ήταν περίπου το διπλάσιο της ετήσιας μισθοδοσίας και των 20 ομάδων στο Νορθ Αμέρικαν Σόκερ Λιγκ (NASL).
Η Warner Communications, ιδιοκτήτης του συλλόγου, ήθελε τον Πελέ όχι μόνο για τις τεχνικές του ικανότητες, αλλά περισσότερο για να προωθήσει το άθλημα στη Βόρεια Αμερική και απέκτησε μια σειρά εξαιρετικών και διεθνώς καταξιωμένων παικτών, όπως τους Φραντς Μπεκενμπάουερ, Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες και Τζόρτζιο Κινάλια, ποδοσφαιριστές που η παρακμή της καριέρας του δεν είχε φτάσει ακόμα.
Ο επίτροπος του NASL παλαιός Ουαλός διεθνής ποδοσφαιριστής Φιλ Γούσναμ (Phil Woosnam) ήταν ένθερμος υποστηρικτής της προσπάθειας, όμως η αποδοχή ανάπτυξης του ποδοσφαίρου δεν ήταν αρχικά ομόφωνη.
Ο γενικός διευθυντής του ομίλου προκειμένου να τον πείσει του είπε ότι αν έρθει στο σύλλογο θα κερδίσει μία χώρα, ενώ αν πάει στην Ιταλία ή την Ισπανία (υπήρχαν προτάσεις από τη Γιουβέντους και τη Ρεάλ Μαδρίτης) το μόνο που θα κατακτήσει είναι ένας τίτλος. Αυτή δεν ήταν η πρώτη πρόταση από τις Ηνωμένες Πολιτείες που είχε δεχθεί ο Βραζιλιάνος. Είχε προηγηθεί πρόταση που είχε απορρίψει ο Πελέ στα τέλη του 1966 κατά τη διάρκεια περιοδείας της Σάντος στη χώρα και το ενδιαφέρον ήταν αναμενόμενο εν όψει της πρώτης έναρξης του αμερικανικού πρωταθλήματος το 1967.
Άλλη μια απόπειρα από την αμερικανική ομάδα είχε γίνει το 1971 όταν η Σάντος ήταν σε περιοδεία στη Τζαμάικα, αλλά και πάλι ο Βραζιλιάνος είχε αρνηθεί.
Το 1975 όμως ο Πελέ διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο μιας και τα χρήματα που είχε κερδίσει από την καριέρα του και είχαν επενδυθεί είχαν χαθεί.
Είχε βιώσει δύο φορές την οικονομική καταστροφή. Την πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τη δεύτερη μετά την πρώτη αποχώρησή του το 1974 λόγω κακής διαχείρισης και αποτυχημένων επενδύσεων από τρίτους των κερδών του.
Ήταν συχνά ευκολόπιστος, εμπιστευόμενος φίλους που ήταν λιγότερο ικανοί από ό,τι φαινόταν.
Στη μεταγραφή εμπόδιο ήταν η κυβέρνηση της Βραζιλίας δεν έχει ξεχάσει την άρνηση του Πελέ να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 και δεν ήθελε να τον αφήσει να εγκαταλείπει τη χώρα για να αγωνιστεί. Η παρέμβαση του ποδοσφαιρόφιλου υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. Χένρυ Κίσινγκερ ήταν απαραίτητη για την επίλυση της διαφωνίας.
| Στην πρεμιέρα με την αμερικανική ομάδα |
Ο Πελέ έκανε το ντεμπούτο του με την ομάδα στις 15 Ιουνίου 1975 σε φιλικό αγώνα με τη Ντάλας Τορνέιντο (2–2) μπροστά σε 21.278 θεατές, ένα παιχνίδι στο οποίο σκόραρε ένα γκολ και ήταν δημιουργός του άλλου παρέχοντας ασίστ.
Το μικρής χωρητικότητας γήπεδο γέμισε, ενώ ίσως και 50.000 φίλαθλοι έμειναν εκτός.
Παράλληλα, σημειώθηκε και ρεκόρ τηλεθέασης για αγώνα ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ με 10 εκατομμύρια να παρακολουθούν τον αγώνα.
Την προηγούμενη χρονιά ο μεγαλύτερος αριθμός θεατών σε εντός έδρας αγώνα ήταν μόλις 8.009 άτομα.
Η ομάδα εκείνη τη στιγμή ήταν μια πολύγλωσση συλλογή από άσημους παίκτες μαζί με μερικούς Αμερικάνους και είχε καταταγεί τελευταία στην περιφέρειά της την προηγούμενη σεζόν.
Η έδρα του συλλόγου, το «Ντάουνινγκ Στέντιουμ» ήταν σε κακή κατάσταση, είχε τόσο λίγο χορτάρι που χρειάστηκε πράσινο σπρέι ώστε τηλεοπτικά η εικόνα να μην είναι τόσο αποκαρδιωτική.
Ο αγώνας μεταδόθηκε σε 22 χώρες και 300 δημοσιογράφοι απ' όλο τον κόσμο βρέθηκαν στο γήπεδο, όταν μέχρι τότε οι εφημερίδες και τα κανάλια στις Ηνωμένες Πολιτείες έστελναν στο ποδόσφαιρο μόνο νεαρούς.
Το ποδόσφαιρο στις Η.Π.Α. περιγράφονταν μέχρι τότε ως αποτυχία.
Το πρωτάθλημα του NASL δεν μάζευε μερικές φορές ανά αγώνα πάνω από δεκάδες ή εκατοντάδες άτομα και έφτανε με δυσκολία τις λίγες χιλιάδες όταν επρόκειτο για κάποιο «σημαντικό» παιχνίδι, μεταξύ ποδοσφαιριστών που ήταν (ουσιαστικά) ερασιτέχνες.
Το άθλημα είχε πολιτιστική σημασία μόνο για τις μειονοτικές εθνότητες και τους μετανάστες που κατοικούσαν στην Αμερική, αλλά καμία σημασία για τους ίδιους τους Αμερικανούς που προτιμούσαν τα δικά τους πιο παραδοσιακά αθλήματα.
Ακόμα και η ομάδα της Νέας Υόρκης που ήταν πρωταθλήτρια το 1972 συγκέντρωσε μέσο όρο το 1974 3.578 φιλάθλους. Κατά την πρώτη δημόσια εμφάνισή του στη Βοστώνη, ο Πελέ τραυματίστηκε από πλήθος οπαδών που τον είχαν περιβάλλει και μεταφέρθηκε με φορείο. Δεν ήταν η μόνη φορά που οι φίλαθλοι εκδηλώθηκαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό στην παρουσία του: στις 21 Ιουνίου 1975 σε αγώνα με την Μπόστον Μίνιτμεν του Εουσέμπιο, ο αγώνας διακόπηκε και επαναλήφθηκε καθώς το πλήθος των 20.000 στο μικρής χωρητικότητας γήπεδο είχε φθάσει μέχρι τη γραμμή του αγωνιστικού χώρου σε σημείο που ο Πελέ σκόραρε με τη μπάλα να έχει χτυπήσει πρωτύτερα επάνω τους και ακολούθως όρμησαν και τον αγκαλιάσουν. Τραυματίστηκε και δεν συμμετείχε στον επαναληπτικό.
Το παράδειγμα μεταγραφής στις ΗΠΑ του Βραζιλιάνου ακολούθησαν και άλλοι μεγάλοι ποδοσφαιριστές στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κυρίως Ευρωπαίοι, όπως ο Εουσέμπιο, ο Γιόχαν Κρόιφ, ο Τζορτζ Μπεστ, ο Γκερντ Μίλερ, ο Γκόρντον Μπανκς, ο Μπόμπι Μουρ.
Τελείωσε την πρώτη του σεζόν με πέντε γκολ και τέσσερις τελικές πάσες (ασίστ) σε εννέα παιχνίδια πρωταθλήματος. Την επόμενη χρονιά σημείωσε 15 γκολ και ήταν τρίτος σκόρερ του πρωταθλήματος, ενώ είχε 18 ασίστ, επίδοση ρεκόρ τότε.
Παρά την συλλογική αποτυχία, η πρώτη του χρονιά έγινε ίσως η πρώτη μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση στην Αμερική με τους αριθμούς, τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση ενός αγώνα μπέιζμπολ ή αμερικανικού ποδοσφαίρου υψηλού επιπέδου.
Στις 10 Αυγούστου 1976 στη δεύτερη σεζόν του ήδη είχε σημειώσει 10 γκολ μέχρι την αναμέτρηση της τελευταίας αγωνιστικής της κανονικής περιόδου του πρωταθλήματος απέναντι στους Μαϊάμι Τόρος (Miami Toros) που έληξε με 8–2. Μέχρι το τέλος του πρώτου ημιχρόνου είχε φτάσει τα 12 με εντυπωσιακό ανάποδο ψαλίδι, από τα λίγα που έχουν καταγραφεί στην καριέρα του.
Η αύξηση της δημοτικότητας της ομάδας με τις πρακτικές «σόου» που υπήρχαν βελτίωσαν τα οικονομικά της, η έδρα άλλαξε στο ευρύχωρο γήπεδο των Τζάιαντς και η ισχυροποίηση το 1977 με τις μεταγραφές των Μπεκενμπάουερ και Κάρλος Αλμπέρτο είχε αγωνιστικά αποτελέσματα: ο Κόσμος κατέκτησε τη διοργάνωση του 1977 του νεαρού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου της Βόρειας Αμερικής.
Ήρθαν δεύτεροι στην περιφέρειά τους, αλλά προχώρησαν στα πλέι οφ. Στο πρώτο σκέλος της σειράς των προημιτελικών, προσέλκυσαν ένα πλήθος νέο ρεκόρ στην ιστορία του αθλήματος των ΗΠΑ 77.691 θεατών για αυτό που μετατράπηκε σε ρουτίνα με 3–2 και 3–0 (ένα τέρμα του Πελέ σε κάθε αγώνα) επί των Φορτ Λόντερντεϊλ Στράικερς στο γήπεδο των Τζάιαντς.
Στον τελικό των πλέι οφ στις 28 Αυγούστου νίκησαν τους Σιάτλ Σάουντερς με 2–1 και κατέκτησαν τον τίτλο.
Ήταν ο τελευταίος συλλογικός τίτλος του Πελέ και το τελευταίο επίσημο παιχνίδι της καριέρας του αποχωρώντας ως πρωταθλητής όπως ήθελε. Και στις τρεις χρονιές συμπεριλήφθηκε στην ομάδα των καλύτερων του NASL, του οποίου εκλέχθηκε καλύτερος παίκτης το 1976. Το καλύτερο ίσως παιχνίδι του στις ΗΠΑ ήταν απέναντι στην Τάμπα Μπέι Ρόουντις (Tampa Bay Rowdies) τον Ιούνιο του 1977, όπου ο Κόσμος προσέλκυσε 62.394 θεατές (αριθμός ρεκόρ τότε) σε συνάντηση που έληξε με 3–0 όπου σημείωσε χατ τρικ, το τελευταίο της καριέρας του.
Η δημοτικότητα του συλλόγου αυξήθηκε εντυπωσιακά με τριπλασιασμό των εισιτηρίων σε έξι μήνες από την άφιξή του και αλλεπάλληλα ρεκόρ του αριθμού των, ενώ η μέσος αριθμός φιλάθλων σε όλο το πρωτάθλημα αυξήθηκε κατά 80 % (από 7.597 το 1975 σε 13.584 το 1977), ενώ ο μέσος όρος εισιτηρίων της ομάδας ήταν 10.450 (1975), 18.227 (1976) και 34.142 (1977).
Ο ίδιος σημείωσε συνολικά 37 γκολ σε αγώνες πρωταθλήματος, συνολικά 65 και παρείχε 30 ασίστ. Όταν έπαιζε για την ομάδα της Νέας Υόρκης, τόσοι πολλοί από τους αντιπάλους του ήθελαν να ανταλλάξουν μπλουζάκια μαζί του, ώστε ο σύλλογος έπρεπε να δώσει σε κάθε έναν από τους αντιπάλους του μία φανέλα μετά από κάθε αγώνα, με 25 ή 30 φανέλες να απαιτούνται κάθε φορά.
«Αλλιώς, δεν θα είχαμε βγει ποτέ από το γήπεδο ζωντανοί» θυμάται χαρακτηριστικά ο προπονητής Γκόρντον Μπράντλεϊ.
| Ο Πελέ (στη μέση) σημειώνει το τελευταίο γκολ της ενεργού δράσης του απέναντι στη Σάντος στον αποχαιρετιστήριο αγώνα του 1977 |
Μετά το τέλος του πρωταθλήματος ο Κόσμος ξεκίνησε μια περιοδεία που τους πήγε στη Βενεζουέλα, την Ιαπωνία, την Κίνα και την Ινδία, καθώς ο Πελέ αποχαιρετούσε τα μέρη του κόσμου που δεν τον είχαν δει ποτέ από κοντά.
Στην Κίνα ήταν η πρώτη επαγγελματική ομάδα της Δύσης που είχε αγωνιστεί μέχρι τότε.
Αποχώρησε οριστικά από την ενεργό δράση προς το τέλος της χρονιάς του 1977 (1η Οκτωβρίου), δυόμισι περίπου χρόνια μετά το ντεμπούτο του, σε συνάντηση στο στάδιο των Τζάιαντς, παίζοντας ένα ημίχρονο με τη Σάντος και ένα με τον Κόσμο.
Το παιχνίδι παρακολούθησαν 75.646 θεατές και μεταδόθηκε τηλεοπτικά σε 38 χώρες σε όλο τον κόσμο.
Η συνάντηση βρήκε νικήτρια την αμερικανική ομάδα: ο Ρεϊνάλντο (José Reinaldo de Lima) σκόραρε για το 1–0 της Σάντος και ο Πελέ με ένα ελεύθερο λάκτισμα (απευθείας φάουλ) στο πρώτο μισό του αγώνα και ο Ραμόν Μίφλιν (Ramon Mifflin), ο οποίος είχε αντικαταστήσει το Βραζιλιάνο στις τάξεις της Κόσμος, για το τελικό 2–1 ήταν οι σκόρερ.
Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος του ημιχρόνου, ο Κόσμος απέσυρε τον αριθμό 10 της φανέλας του Πελέ και στο τέλος του παιχνιδιού ο Βραζιλιάνος, κρατώντας μια σημαία της χώρας του στο δεξί του χέρι και των Ηνωμένων Πολιτείων στο αριστερό, είχε σηκωθεί στους ώμους από τους συμπαίκτες του.
Προς το τέλος του αγώνα άρχισε να βρέχει, με τους δημοσιογράφους να σημειώνουν πως «ακόμη και ο ουρανός έκλαιγε» για την αποχώρηση του Πελέ.
Ο ίδιος ενθάρρυνε το πλήθος πριν τον αγώνα να φωνάξει «Αγάπη!» τρεις φορές ως μήνυμα ειρήνης και αρμονίας για τον κόσμο.
Μετά την αποχώρησή του, ο πρεσβευτής της Βραζιλίας στα Ηνωμένα Έθνη, δήλωσε: «Ο Πελέ έπαιξε ποδόσφαιρο για είκοσι δύο χρόνια και κατά το διάστημα αυτό προώθησε την παγκόσμια φιλία και αδελφότητα περισσότερο από κάθε πρεσβευτή».
Η αποχώρηση του Πελέ σηματοδότησε την αρχή του τέλους, όχι μόνο μιας εποχής, αλλά της ομάδας Κόσμου και του NASL. Η δημοτικότητα του ποδοσφαίρου σταδιακά έπεσε, τα εισιτήρια μειώθηκαν, η τηλεοπτική συμφωνία με το ABC χάθηκε και οι σημαντικότεροι παίκτες επέστρεψαν στην Ευρώπη, καθώς επιβλήθηκαν ανώτατα όρια μισθών. Η ομάδα της Νέας Υόρκης διαλύθηκε το 1985 και την ίδια χρονιά το NASL διακόπηκε.
Η αποχώρηση του Πελέ σηματοδότησε την αρχή του τέλους, όχι μόνο μιας εποχής, αλλά της ομάδας Κόσμου και του NASL. Η δημοτικότητα του ποδοσφαίρου σταδιακά έπεσε, τα εισιτήρια μειώθηκαν, η τηλεοπτική συμφωνία με το ABC χάθηκε και οι σημαντικότεροι παίκτες επέστρεψαν στην Ευρώπη, καθώς επιβλήθηκαν ανώτατα όρια μισθών. Η ομάδα της Νέας Υόρκης διαλύθηκε το 1985 και την ίδια χρονιά το NASL διακόπηκε.
Ο Πελέ παρέμεινε σε επαφή με το άθλημα στη χώρα διοργανώνοντας στο διάστημα 1979–82 θερινά σχολεία εκπαίδευσης για εφήβους.
Επέστρεψε στην πατρίδα του για μόνιμη εγκατάσταση μετά την πτώση της δικτατορίας.
Το τέλος της ποδοσφαιρικής σταδιοδρομίας του Πελέ τον βρήκε κάτοχο 37 επίσημων τίτλων (επίδοση ρεκόρ κόσμου στην εποχή του), γεγονός που τον έκανε τον παίκτη με τους περισσότερους τίτλους καριέρας στην ιστορία του αθλήματος. Συνολικά κατέκτησε 60 συλλογικούς και εθνικούς τίτλους.
Το τέλος της ποδοσφαιρικής σταδιοδρομίας του Πελέ τον βρήκε κάτοχο 37 επίσημων τίτλων (επίδοση ρεκόρ κόσμου στην εποχή του), γεγονός που τον έκανε τον παίκτη με τους περισσότερους τίτλους καριέρας στην ιστορία του αθλήματος. Συνολικά κατέκτησε 60 συλλογικούς και εθνικούς τίτλους.
Κατέρριψε πολλά ρεκόρ, παρόλο που αγωνίστηκε σε περιόδους που οι ποδοσφαιριστές εκτιμούνταν περισσότερο από την εμβέλεια του ταλέντου τους παρά με την εγγραφή των αριθμών τους σε στατιστικές.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του ήταν για μεγάλη περίοδο ο καλύτερα αμειβόμενος αθλητής στον κόσμο.
Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, συμμετείχε σε τιμητικούς αγώνες με τελευταίο αυτό που διοργανώθηκε προς τιμή των 50 χρόνων του στις 31 Οκτωβρίου 1990 στο Μιλάνο μεταξύ Μικτής Κόσμου και εθνικής Βραζιλίας (με την οποία και αγωνίστηκε) και έληξε με 2–1. Ήταν ο μόνος αγώνας που ήταν αρχηγός.
Η στατιστική πρόοδος του 21ου αιώνα κατέδειξε ότι το σύνολο των 1.324 τερμάτων είναι το όγδοο υψηλότερο στην παγκόσμια ποδοσφαιρική ιστορία, με την άποψη που τον ήθελε ακόμα και στην κορυφή να υπάρχει σε ευρεία έκταση τον 20ό αιώνα. Σε επίσημους αγώνες σημείωσε 778 γκολ σύμφωνα με την RSSSF.
Η IFFHS τον αναγνωρίζει ως τον κορυφαίο σκόρερ επιπέδου πρώτης κατηγορίας πρωταθλήματος με 604 γκολ.
Επίσης, με 11 τίτλους πρώτου σκόρερ πρωταθλήματος επιπέδου κορυφαίας κατηγορίας (σύμφωνα με την IFFHS), ήταν δεύτερος στον 20ό αιώνα πίσω από το Γιόζεφ Μπίτσαν.
Σημείωσε 92 χατ τρικ, τέσσερα γκολ σε ένα αγώνα 30 φορές, πέντε σε ένα παιχνίδι επτά φορές (σύμφωνα με τη FIFA έξι) και οκτώ γκολ μία φορά (88 χατ τρικ σε επίσημους αγώνες).
Επιπλέον, μοίρασε συνολικά 369 τελικές πάσες (ασίστ) σε επίσημους αγώνες (ανεπίσημη στατιστική σε 819 από τους 851 αγώνες), ο δεύτερος σε αριθμό στην ποδοσφαιρική ιστορία τότε μετά τον Φέρεντς Πούσκας.
Διεθνής καριέρα
Ο Πελέ έγινε γνωστός σε εθνικό επίπεδο μετά από ένα τουρνουά που πραγματοποιήθηκε στο στάδιο Μαρακανά τον Ιούνιο του 1957, μεταξύ βραζιλιάνικων και ορισμένων ευρωπαϊκών ομάδων. Ο ίδιος αγωνίστηκε με μικτή ομάδα Σάντος-Βάσκο ντα Γκάμα. Στο πρώτο παιχνίδι απέναντι στη Μπελενένσες, σημείωσε τρία γκολ. Έπαιξε επίσης με αντιπάλους τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ, τη Φλαμένγκο και τη Σάο Πάολο, σημειώνοντας ένα γκολ σε κάθε αγώνα.
Ο Πελέ έγινε γνωστός σε εθνικό επίπεδο μετά από ένα τουρνουά που πραγματοποιήθηκε στο στάδιο Μαρακανά τον Ιούνιο του 1957, μεταξύ βραζιλιάνικων και ορισμένων ευρωπαϊκών ομάδων. Ο ίδιος αγωνίστηκε με μικτή ομάδα Σάντος-Βάσκο ντα Γκάμα. Στο πρώτο παιχνίδι απέναντι στη Μπελενένσες, σημείωσε τρία γκολ. Έπαιξε επίσης με αντιπάλους τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ, τη Φλαμένγκο και τη Σάο Πάολο, σημειώνοντας ένα γκολ σε κάθε αγώνα.
Με τέτοιες εμφανίσεις πείστηκε ο ομοσπονδιακός προπονητής να τον καλέσει στην εθνική ομάδα, σε λιγότερο από ένα χρόνο από το ντεμπούτο του ως επαγγελματίας. Ο ομοσπονδιακός τεχνικός, Σίλβιο Πιρίλο (Sylvio Pirillo), τον κάλεσε για τους δύο αγώνες με την Αργεντινή για το «Κύπελλο Ρόκα» (Roca Cup). Στις 7 Ιουλίου 1957 μπήκε ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο και σημείωσε ένα γκολ στο 76ο λεπτό.
Η Αργεντινή όμως νίκησε με 2–1.
Σε ηλικία 16 χρονών, 8 μηνών και 17 ημερών, έγινε ο νεότερος Βραζιλιάνος παίκτης που έκανε ντεμπούτο με την εθνική ομάδα ανδρών και μάλιστα σκόραρε στην πρεμιέρα, παραμένοντας μέχρι σήμερα ο νεότερος σκόρερ της.
Στον επαναληπτικό αγώνα ήταν πια βασικός και σημείωσε και πάλι γκολ, το ένα από τα δύο της νίκης της Βραζιλίας που κατέκτησε το Κύπελλο με καλύτερη διαφορά τερμάτων. Σε δύο αγώνες ο Πελέ είχε σημειώσει τα δύο από τα τρία γκολ της εθνικής και μπορούσε να υποστηρίξει ότι είχε δώσει το τρόπαιο στα χέρια των συμπατριωτών του.
Προτού συμπληρώσει τα 20 χρόνια του είχε ήδη σημειώσει 25 διεθνή τέρματα σε 20 αγώνες, επίδοση που δεν έχει επιτευχθεί ποτέ από άλλο έφηβο πριν ή μετά από αυτόν.
| Με την Εθνικής Βραζιλίας το 1960 σε φιλικό αγώνα με τη Μάλμε ΦΦ στη Σουηδία. |
Αγωνίστηκε σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα και κλείνοντας την πορεία του στις διοργανώσεις ήταν δεύτερος σκόρερ της ιστορίας του θεσμού με 12 τέρματα σε 14 συναντήσεις, πίσω μόνο από το Γάλλο Ζυστ Φονταίν των 13 γκολ του 1958.
Τα στατιστικά στοιχεία όμως είναι δευτερεύοντα μπροστά στον αντίκτυπο του παιχνιδιού του στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, που τον ανέδειξε στο μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό είδωλο της ιστορίας.
Συμμετείχε σε ένα Κόπα Αμέρικα μόνο, το Μάρτιο - Απρίλιο του 1959 με την ομάδα που ήταν ένα χρόνο νωρίτερα παγκόσμια πρωταθλήτρια. Η Βραζιλία κατέλαβε τη δεύτερη θέση πίσω από την Αργεντινή αήττητη, ενώ ο ίδιος σκόραρε οκτώ γκολ σε έξι αγώνες, συμπεριλαμβανομένου ενός χατ τρικ με την Παραγουάη (4–1) και του τέρματος απέναντι στην Αργεντινή (1–1), ήταν πρώτος σκόρερ και επιλέχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης.
Συμμετείχε σε ένα Κόπα Αμέρικα μόνο, το Μάρτιο - Απρίλιο του 1959 με την ομάδα που ήταν ένα χρόνο νωρίτερα παγκόσμια πρωταθλήτρια. Η Βραζιλία κατέλαβε τη δεύτερη θέση πίσω από την Αργεντινή αήττητη, ενώ ο ίδιος σκόραρε οκτώ γκολ σε έξι αγώνες, συμπεριλαμβανομένου ενός χατ τρικ με την Παραγουάη (4–1) και του τέρματος απέναντι στην Αργεντινή (1–1), ήταν πρώτος σκόρερ και επιλέχθηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης.
Ήταν η πρώτη διοργάνωση που αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα σκληρά, περισσότερο στον επεισοδιακό αγώνα με την Ουρουγουάη. Ενδεικτικός είναι ο αριθμός-ρεκόρ των 98 φάουλ που καταλογίστηκαν υπέρ του στους έξι αγώνες.
Τέσσερις μήνες αργότερα υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία ήταν πρωταθλητής Νότιας Αμερικής με την Εθνική Ομάδα Ενόπλων Δυνάμεων.
Με την εθνική ομάδα ανδρών της Βραζιλίας κατέκτησε συνολικά 10 τίτλους, σε Κύπελλα μεταξύ των εθνικών ομάδων της Νότιας Αμερικής.
Στις 18 Ιουλίου 1971, παρουσία 138.575 θεατών με αντίπαλο την εθνική Γιουγκοσλαβίας σε φιλική συνάντηση (2–2), ο Πελέ έδωσε τον τελευταίο του αγώνα με την Εθνική του ομάδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Στις 18 Ιουλίου 1971, παρουσία 138.575 θεατών με αντίπαλο την εθνική Γιουγκοσλαβίας σε φιλική συνάντηση (2–2), ο Πελέ έδωσε τον τελευταίο του αγώνα με την Εθνική του ομάδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
Οι προσπάθειές του να σκοράρει δεν ήταν επιτυχείς. Στη λήξη του ημιχρόνου (δεν αγωνίστηκε στο δεύτερο), έβγαλε τη φανέλα του και έκανε το γύρο του θριάμβου στο στίβο του Μαρακανά.
Μία εβδομάδα νωρίτερα είχε σημειώσει το τελευταίο διεθνές του γκολ σε φιλική συνάντηση με την Αυστρία στο στάδιο Μουρούμπι του Σάο Πάολο (1–1) μπροστά σε 125.000 θεατές.
Παρά τη δηλωμένη επιθυμία του να σταματήσει τη διεθνή του καριέρα στο απόγειο της, οι ακριβείς λόγοι της αποχώρησής του σε ηλικία 31 ετών δεν έχουν αποσαφηνιστεί.
Με την εθνική Βραζιλίας αγωνίστηκε 92 φορές, σημείωσε 77 τέρματα και 95 σε 113 εμφανίσεις συμπεριλαμβανομένων των ανεπίσημων φιλικών, με επτά χατ τρικ, έχοντας 67 νίκες, 14 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Με την εθνική Βραζιλίας αγωνίστηκε 92 φορές, σημείωσε 77 τέρματα και 95 σε 113 εμφανίσεις συμπεριλαμβανομένων των ανεπίσημων φιλικών, με επτά χατ τρικ, έχοντας 67 νίκες, 14 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Επιπλέον μοίρασε και 47 ασίστ.
Η επίδοση των τερμάτων αποτελούσε εθνικό ρεκόρ και ρεκόρ της ζώνης της CONMEMBOL από το 1962 και ήταν η δεύτερη καλύτερη επίδοση στον κόσμο την εποχή του μετά τα 84 γκολ του Φέρεντς Πούσκας.
Παρέμεινε κάτοχος του ρεκόρ διεθνών τερμάτων της CONMEBOL ως το Σεπτέμβριο του 2021, και του εθνικού ρεκόρ μέχρι το 2023.
Παίζοντας μαζί Πελέ και Γκαρίντσα, η Βραζιλία δεν γνώρισε ποτέ την ήττα (40 αγώνες, με 36 νίκες και 4 ισοπαλίες).
Πριν την έναρξη της διοργάνωσης, η Βραζιλία δεν συμπεριλαμβάνονταν στα φαβορί, με τη Σουηδία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Σοβιετική Ένωση και την κάτοχο του τίτλου Δυτική Γερμανία να έχουν το προβάδισμα.
Οι υπεύθυνοι της εθνικής ομάδας ξέχασαν να διανείμουν τους αριθμούς στους παίκτες τους και ένας Ιταλός αξιωματούχος από τη FIFA παρατήρησε το λάθος και αυτός ήταν που αρίθμησε τους μελλοντικούς παγκόσμιους πρωταθλητές.
Έτσι, ο τερματοφύλακας είχε το 3 και ο Πελέ τυχαία πήρε το 10.
Πριν τη διοργάνωση αγωνίστηκε σε έξι παιχνίδια για την εθνική ομάδα, στα τρία ήταν βασικός και στα άλλα αναπληρωματικός φορώντας το νούμερο 13.
Η ομάδα ήταν καλά προετοιμασμένη για τρεις μήνες και περιόδευσε στην Ευρώπη δίνοντας φιλικούς αγώνες, είχε εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές και πολύ καλά υποστήριξη από ειδικούς, γεγονός ασύνηθες την εποχή εκείνη. Ο ψυχολόγος της αποστολής είχε συντάξει ειδικές εκθέσεις για τους παίκτες προτείνοντας τη μη χρησιμοποίηση του Πελέ.
«Ο Πελέ είναι προφανώς ανώριμος. Του λείπει η απαραίτητη μαχητικότητα. Είναι πολύ νέος για να νιώσει τη μάχη και να απαντήσει σε αυτό με την κατάλληλη ένταση. Επιπλέον, δεν έχει το αίσθημα ευθύνης που απαιτείται σε ένα ομαδικό άθλημα», έγραψε ο ψυχολόγος.
Στην αρχή του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 ο Πελέ (που δεν ήταν γνωστός έχοντας μόνο δύο διεθνείς συμμετοχές, μη συμμετέχοντας στους αγώνες προετοιμασίας της Βραζιλίας στην Ευρώπη) ήταν τραυματίας στο γόνατο από αγώνα προετοιμασίας της εθνικής με την Κορίνθιανς. Ο προπονητής της «σελεσάο» Βισέντε Φεόλα δεν ρίσκαρε τη συμμετοχή του στους δύο πρώτους αγώνες.
Μάλιστα, ο ίδιος ο παίκτης πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο είχε ζητήσει από τον προπονητή του να επιστρέψει στην πατρίδα, καθώς ένιωθε ότι δεν μπορούσε να προσφέρει. Ο μασέρ όμως της ομάδας υποσχέθηκε να κάνει καλά τον νεαρό που είχε τραυματιστεί. Όσο για τη συμμετοχή του στη βασική ενδεκάδα ο Φέολα τον εμπιστεύονταν και η κακή απόδοση των άλλων επιθετικών επιλογών του προπονητή έδωσε την ευκαιρία στους έμπειρους παίκτες της ομάδας (όπως ο αμυντικός Νίλτον Σάντος) να παρέμβουν προτείνοντας να μείνουν εκτός ομάδας οι Αλταφίνι και Ντίντα και να χρησιμοποιηθούν οι νεαροί Πελέ και Γκαρίντσα.
Στους αγώνες του τέταρτου ομίλου της πρώτης φάσης, ο κλοιός στένευε γύρω από τη Βραζιλία που είχε ξεκινήσει με νίκη 3–0 επί των Αυστριακών, αλλά στη συνέχεια η «λευκή ισοπαλία» 0–0 (η πρώτη στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων) με την Αγγλία αποδίδοντας πολύ μέτρια έβαζε όλους σε κίνδυνο. Ο αγώνας με την Σοβιετική Ένωση ήταν καθοριστικός και ο νεαρός Πελέ έπρεπε να παίξει. Στις 15 Ιουνίου 1958 στο Ούλεβι του Γκέτεμποργκ ήταν στην αρχική ενδεκάδα, ο νεότερος παίκτης στην ιστορία των Παγκοσμίων Κύπελλων μέχρι τότε, 17 ετών και 235 ημερών.
Ήδη στο πρώτο λεπτό ο Γκαρίντσα είχε σουτ στο δοκάρι και ο Πελέ ξεκίνησε εντυπωσιακά με ένα ακόμη δοκάρι στο δεύτερο λεπτό. Ο Βαβά σκόραρε στο τρίτο λεπτό και με ένα ακόμα γκολ αργότερα μετά από ασίστ του Πελέ έδωσε τη νίκη και την πρόκριση στους Βραζιλιάνους, αλλά ο Πελέ, αγωνιζόμενος ως δεύτερος επιθετικός πίσω από το Βαβά, ήταν αυτός που είχε εντυπωσιάσει τους ειδικούς του ποδοσφαίρου.
Το όνομα του είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό και στην Ευρώπη, ενώ η «σελεσάο», παίζοντας με το πρωτοποριακό για την εποχή σύστημα 4–2–4 ήταν πλέον στα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.
| Ο Πελέ ξεπερνά τρεις αντιπάλους στον τελικό με τη Σουηδία. |
Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η Ουαλία. Η συνάντηση της 19ης Ιουνίου ήταν ισόπαλη χωρίς τέρματα έως τη στιγμή που ο Πελέ δέχθηκε πάσα από κεφαλιά του Ντίντι. Στόπαρε άψογα τη μπάλα, και αφού την πέρασε κάτω από τα πόδια ενός αμυντικού σημάδεψε τη γωνία της εστίας. Ήταν το 66ο λεπτό και ο Βραζιλιάνος έγινε ο νεότερος σκόρερ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κύπελλων (17 ετών και 239 ημερών), επίδοση ρεκόρ που κατέχει ακόμα. Ο ίδιος περιέγραψε πολύ αργότερα το μοναδικό γκολ της συνάντησης ως ίσως το πιο σημαντικό στην καριέρα του.
Ο ημιτελικός με τη Γαλλία ήταν ένας από τους καλύτερους αγώνες εκείνης της διοργάνωσης (ίσως ο καλύτερος) και διεξήχθη στο στάδιο Ρασούντα στις 24 Ιουνίου.
Η Γαλλία ήταν η ομάδα με την αποτελεσματικότερη επίθεση μέχρι τότε, είχε όμως και την ασθενέστερη άμυνα.
Δεν ήταν έκπληξη όταν η Βραζιλία πήρε το προβάδισμα μετά από λιγότερο από δύο λεπτά χάρη σε τέρμα από το Βαβά. Ο Γάλλος Φονταίν όμως βρήκε το πίσω μέρος των διχτύων για άλλη μια φορά για να ισορροπήσει τα σκορ μόλις στο ένατο λεπτό. Η πρώτη μισή ώρα του παιχνιδιού ήταν συναρπαστική, με δύο ομάδες γεμάτες επιθετικές προθέσεις να πηγαίνουν από το ένα τέρμα στο άλλο. Το παιχνίδι ήταν ισορροπημένο, όταν ο κεντρικός αμυντικός Ρομπέρ Ζονκέ (Robert Jonquet) τραυματίστηκε. Εκείνη την εποχή δεν επιτρέπονταν οι αλλαγές παικτών για κανένα λόγο, και ο τραυματισμός του στο 35ο λεπτό άφησε τη Γαλλία για σχεδόν μία ώρα να παίζει ουσιαστικά με δέκα παίκτες. Ένα γκολ από τον Ντίντι και ένα χατ τρικ από τον Πελέ μέσα σε 23 λεπτά στο δεύτερο ημίχρονο με σουτ μέσα στη μεγάλη περιοχή (52ο λεπτό - 75ο) έδωσαν στη Βραζιλία μια άνετη νίκη, με τελικό αποτέλεσμα 5–2.
Ο Πελέ έγινε και παραμένει ο νεότερος παίκτης που πέτυχε χατ τρικ σε αγώνα τελικής φάσης της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.
Στον τελικό στο 5–2 με τη Σουηδία, ο Πελέ πέτυχε δύο γκολ, το πρώτο στο 55ο λεπτό που αύξησε τη διαφορά σε 3–1, έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα εντυπωσιακότερα στην ιστορία όλων των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Στον τελικό στο 5–2 με τη Σουηδία, ο Πελέ πέτυχε δύο γκολ, το πρώτο στο 55ο λεπτό που αύξησε τη διαφορά σε 3–1, έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα εντυπωσιακότερα στην ιστορία όλων των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Επιλέχθηκε ως το τρίτο καλύτερο γκολ στην ιστορία των Πραγμάτων Κυπελλων από τους ψηφοφόρους της FIFA το 2002.
Δέχθηκε πάσα από τον Νίλτον Σάντος, την έλεγξε με το στήθος του, κρατώντας έναν αμυντικό πίσω του και άφησε την μπάλα να πέσει στο έδαφος. Αυτή αναπήδησε μια φορά και μετά καθώς δεύτερος αμυντικός τον έκλεισε, έκοψε τη μπάλα στον αέρα, μια ενέργεια που μέχρι τότε δεν είχε δει ο ποδοσφαιρικός κόσμος. Στρίβοντας το κορμί του, η μπάλα έπεσε κάτω και έμεινε ξεμαρκάριστος στη μέση της μεγάλης περιοχής, πετυχαίνοντας εύκολα το γκολ.
Ο ίδιος το είχε χαρακτηρίσει σε συνέντευξή του το 2014 ως το πιο αξέχαστο της καριέρας του.
Είχε ακόμη και ένα μακρινό σουτ στο δοκάρι στο πρώτο ημίχρονο μεταξύ των δύο πρώτων γκολ της Βραζιλίας, η οποία είχε δεχθεί πρώτη γκολ.
Την ημέρα του τελικού ήταν 17 ετών και 249 ημερών, ο νεότερος παίκτης που είχε αγωνιστεί σε τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου, ρεκόρ που έχει μείνει ακόμα ακατάρριπτο. Ακατάρριπτη είναι και η επιτυχία του να σκοράρει και να κατακτήσει το μεγαλύτερο τρόπαιο σε τόσο νεαρή ηλικία.
Ο ίδιος θεώρησε ότι αυτή ήταν η πιο ταλαντούχα (σε ατομικό επίπεδο) εθνική Βραζιλίας όλων των εποχών.
Ήταν δεύτερος σκόρερ της διοργάνωσης με έξι τέρματα (ίδιο αριθμό με το Δυτικογερμανό Χέλμουτ Ραν), ενώ έδωσε και δύο ασίστ (μία στον τελικό) στα τέσσερα παιχνίδια που αγωνίστηκε.
Ψηφίστηκε επίσης καλύτερος νέος παίκτης, δεύτερος καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης πίσω από το Ντίντι και στην καλύτερη ομάδα.
«Ήθελα να χειροκροτήσω το πέμπτο γκολ», είπε ο Σουηδός αμυντικός Σίγκε Πάρλινγκ μετά το τέλος του αγώνα.
Μετά το λήξη του τελικού, οι συμπαίκτες του σήκωσαν το παιδί - θαύμα στους ώμους τους και πανηγύρισαν το πρώτο παγκόσμιο τρόπαιο.
Ο Πελέ ξέσπασε σε λυγμούς στην αγκαλιά του τερματοφύλακα Ζιλμάρ.
Η Βραζιλία έγινε η πρώτη ομάδα μιας ηπείρου που κέρδισε τον τίτλο σε άλλη ήπειρο, και παρέμεινε η μοναδική για δεκαετίες μετά.
| Ο Πελέ σε εναέρια διεκδίκηση με τον Σουηδό τερματοφύλακα στον τελικό. |
Η εμφάνιση ενός ποδοσφαιριστή σαν τον Πελέ ήταν τόσο εντυπωσιακή που το άθλημα δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο. Εγκαινίασε ένα νέο είδος ποδοσφαιριστή: ένας που μπορεί να κερδίσει παιχνίδια (ακόμα και αυτής της σημασίας) μόνο λόγω του ταλέντου του.
Το περιοδικό Sports Illustrated τον χαρακτήρισε τότε ως «ιδιοφυΐα», χωρίς η συνέχεια να το διαψεύσει.
Στις 19 Ιουλίου 1958 σε αφιέρωμά του το γαλλικό περιοδικό Paris Match τον χαρακτήρισε «βασιλιά της Βραζιλίας». Είχε ταξιδέψει στη Σουηδία ως πολύ νέος και άγνωστος παίκτης, χωρίς ακόμα να έχει ολοκληρωθεί η σωματική του διάπλαση, χωρίς εμπειρίες μεγάλης σημασίας αγώνων και χωρίς επαρκή αυτοπεποίθηση.
Επέστρεψε στην πατρίδα του ως ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του αθλητισμού και ήρωας της Βραζιλίας, είδωλο του ποδοσφαίρου και τα νεαρά αγόρια σε όλο τον κόσμο ασκούνταν από τότε ώστε να μπορούν να παίξουν με τον ίδιο τρόπο, ένα πρότυπο αριστείας που ήθελαν όλοι να πετύχουν.
Οι δημοσιογράφοι ονόμασαν τον τρόπο παιχνιδιού samba football, αλλά στην πραγματικότητα ήταν το τζίντζα (ginga), ένας τρόπος ποδοσφαίρου βασισμένος στις βραζιλιάνικες παραδόσεις της σάμπα και της καποέιρα, που συνδυάζει πολεμικές τέχνες και χορό. Μία ισορροπία μεταξύ του αθλητισμού και της τέχνης, όπου η τέχνη, μεταξύ άλλων, ήταν να διατηρείται ο έλεγχος της μπάλας ενώ υλοποιούνταν μία εντυπωσιακή ντρίμπλα, με κύριους εκφραστές τους Πελέ και Γκαρίντσα.
Ο ίδιος ο Πελέ θεωρούσε ότι ποδόσφαιρο ήταν (ή θα έπρεπε να είναι) πρωτίστως τέχνη.
Το λεγόμενο futebol-arte είχε επικρατήσει απέναντι στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο που δεν αφήνει περιθώρια δημιουργικότητας, αναγνωρίζοντας τη σκληρή δουλειά και τη συλλογικότητα.
Η νίκη της Βραζιλίας είχε αποκαταστήσει την υπερηφάνεια σε ένα έθνος του οποίου η ταυτότητα συνδέεται εγγενώς με την ποδοσφαιρική τους ικανότητα. Η κατάρα της ήττας του 1950 είχε αρθεί και η παγκόσμια καταξίωση του έθνους είχε επιτευχθεί έχοντας ως πρωταγωνιστή ένα μαύρο έφηβο που έγινε ήρωας στα μάτια ιδιαίτερα των μειονεκτούντων τμημάτων της κοινωνίας της χώρας.
Η περίοδος της αθλητικής κυριαρχίας του έθνους του είχε μόλις ξεκινήσει.
Παγκόσμιο Κύπελλο 1962
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στη Χιλή και σε μια χρονική περίοδο που ήταν ίσως η καλύτερη της καριέρας του, πέτυχε στον πρώτο αγώνα με το Μεξικό ένα γκολ που θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά) στα Παγκόσμια Κύπελλα, περνώντας τέσσερις παίκτες. Στον ίδιο αγώνα είχε και ένα δοκάρι με απευθείας εκτέλεση φάουλ.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στη Χιλή και σε μια χρονική περίοδο που ήταν ίσως η καλύτερη της καριέρας του, πέτυχε στον πρώτο αγώνα με το Μεξικό ένα γκολ που θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά) στα Παγκόσμια Κύπελλα, περνώντας τέσσερις παίκτες. Στον ίδιο αγώνα είχε και ένα δοκάρι με απευθείας εκτέλεση φάουλ.
Πρόλαβε να δώσει ακόμα και μία ασίστ στο Μάριο Ζαγκάλο. Ο Πελέ τραυματίστηκε στην επόμενη συνάντηση με την Τσεχοσλοβακία, σε ένα αγώνα που ο αμυντικός προσανατολισμός της δεύτερης έφτασε σε σημείο να υπάρχουν σε μία στιγμή μέχρι και οκτώ αντίπαλοι απέναντί του. Έμεινε εκτός αγωνιστικής δράσης για δύο μήνες.
Η Βραζιλία κατέκτησε τον τίτλο. Το 2007 δόθηκε στον Πελέ το μετάλλιο του νικητή του Κυπέλλου (όπως και στους υπόλοιπους σε αντίστοιχη παρουσία), καθώς εκείνη την εποχή, αποδίδονταν μόνο σε όσους είχαν αγωνιστεί στον τελικό.
Παγκόσμιο Κύπελλο 1966
Στη διοργάνωση της Αγγλίας η «σελεσάο» διέθετε στη σύνθεσή της παίκτες που την οδήγησαν στην κατάκτηση του προηγούμενου Κυπέλλου, ορισμένους ταλαντούχους ποδοσφαιριστές όπως ο Τοστάο και ο Ζαϊρζίνιο και τους μεγάλους αστέρες Πελέ και Γκαρίντσα. Η ομάδα θεωρούταν ως το πρώτο φαβορί αλλά δεν διέθετε ομοιογένεια και η ανακοίνωση της 22άδας που θα ταξίδευε στην Ευρώπη έγινε μόλις δύο εβδομάδες πριν την έναρξη της διοργάνωσης.
Στη διοργάνωση της Αγγλίας η «σελεσάο» διέθετε στη σύνθεσή της παίκτες που την οδήγησαν στην κατάκτηση του προηγούμενου Κυπέλλου, ορισμένους ταλαντούχους ποδοσφαιριστές όπως ο Τοστάο και ο Ζαϊρζίνιο και τους μεγάλους αστέρες Πελέ και Γκαρίντσα. Η ομάδα θεωρούταν ως το πρώτο φαβορί αλλά δεν διέθετε ομοιογένεια και η ανακοίνωση της 22άδας που θα ταξίδευε στην Ευρώπη έγινε μόλις δύο εβδομάδες πριν την έναρξη της διοργάνωσης.
Ο Πελέ έγραψε στην αυτοβιογραφία του ότι «είχαμε αρχίσει να χάνουμε πρώτου να φτάσουμε στην Αγγλία». Είχε τραυματιστεί στην αρχή της χρονιάς και συμμετείχε μόνο στους αγώνες προετοιμασίας της εθνικής.
Τα αντιαθλητικά μαρκαρίσματα των Βουλγάρων και των Πορτογάλων αμυντικών (ειδικά των δεύτερων έως και σε προκλητικό βαθμό), του στέρησαν τη συνέχεια των αγώνων. Στον αγώνα με τη Βουλγαρία σημείωσε ένα γκολ με απευθείας εκτέλεση φάουλ και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε σε τρεις συνεχόμενες διοργανώσεις. Ο σκληρός τρόπος αντιμετώπισής του από τους αμυνόμενους δεν τιμωρήθηκε από το Δυτικογερμανό διαιτητή.
Απουσίασε από το παιχνίδι με την Ουγγαρία για να αναρρώσει, με την ήττα της Βραζιλίας να διακόπτει την αήττητη ακολουθία 13 αγώνων σε Παγκόσμια Κύπελλα, ρεκόρ που εξακολουθεί να παραμένει. Επανήλθε στον αγώνα με την Πορτογαλία, και ενώ το σκορ ήταν ήδη στο 2–0 υπέρ των Πορτογάλων, ξεκίνησε ατομική προσπάθεια που τη σταμάτησε το αντιαθλητικό μαρκάρισμα από το Ζοάο Μοράις (João Morais), από τα βιαιότερα της ιστορίας των Παγκοσμίων Κυπέλλων (ίσως και το πιο βίαιο), που δεν τιμωρήθηκε από τον Βρετανό διαιτητή (θα έπρεπε να δώσει αποβολή). Παρέμεινε στον αγωνιστικό χώρο, αλλά η παρουσία του ήταν τυπική μη μπορώντας να προσφέρει στην ομάδα.
Έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα διαιτησίας στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Εκτός αυτού, με τον Γκαρίντσα μακριά από τον καλό του εαυτό, η Βραζιλία απέτυχε να περάσει τη φάση των ομίλων, προκαλώντας μία από τις πολλές εκπλήξεις της διοργάνωσης. Ο βίαιος τρόπος αντιμετώπισης του Πελέ, δημιούργησε υποψίες και για ευρωπαϊκή πλεκτάνη με σκοπό να ξαναγυρίσει το τρόπαιο στην Ευρώπη μετά τις δύο συνεχείς κατακτήσεις των Βραζιλιάνων, ενώ τα ποικίλα παράπονα ομάδων, δημοσιογράφων ακόμα και των φωτογράφων ήταν διαρκή.
Ο Πελέ είχε ήδη σχηματίσει εικόνα του τρόπου αντιμετώπισης που θα είχε δύο χρόνια νωρίτερα στο Κύπελλο Εθνών (Taça das Nações), που διοργανώθηκε από τη Ομοσπονδία της Βραζιλίας με την ευκαιρία της 50ής επετείου της και τη συμμετοχή ακόμα της Αργεντινής (που ήταν προς έκπληξη η νικήτρια του τουρνουά), της Αγγλίας και της Πορτογαλίας. Και στους τρεις αγώνες της Βραζιλίας ο Πελέ αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα σκληρά, κάτι που δεν τον εμπόδισε να σημειώσει ένα γκολ και να δώσει τρεις ασίστ στο παιχνίδι με τους Άγγλους που συνετρίβησαν με 5–1.
Ο Πελέ είχε ήδη σχηματίσει εικόνα του τρόπου αντιμετώπισης που θα είχε δύο χρόνια νωρίτερα στο Κύπελλο Εθνών (Taça das Nações), που διοργανώθηκε από τη Ομοσπονδία της Βραζιλίας με την ευκαιρία της 50ής επετείου της και τη συμμετοχή ακόμα της Αργεντινής (που ήταν προς έκπληξη η νικήτρια του τουρνουά), της Αγγλίας και της Πορτογαλίας. Και στους τρεις αγώνες της Βραζιλίας ο Πελέ αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα σκληρά, κάτι που δεν τον εμπόδισε να σημειώσει ένα γκολ και να δώσει τρεις ασίστ στο παιχνίδι με τους Άγγλους που συνετρίβησαν με 5–1.
Στον αγώνα όμως με την Αργεντινή παρουσιάστηκε εκνευρισμένος, ανταποδίδοντας αντιαθλητικά τις προκλήσεις και η ήττα με 3–0 έδωσε το τρόπαιο στους γείτονες.
Μετά τον αγώνα με την Πορτογαλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο, ο Πελέ αποφάσισε να μην αγωνιστεί ξανά με την εθνική ομάδα, ενοχλημένος από τον αντιαθλητικά τρόπο αντιμετώπισής του και μεταπείστηκε δύο χρόνια μετά επανερχόμενος σε αγώνα με την Παραγουάη (4–0) σημειώνοντας δύο τέρματα.
Στις 31 Αυγούστου 1969 στο Μαρακανά και μπροστά σε 183.341 φιλάθλους πέτυχε το μοναδικό γκολ της νίκης και πρόκρισης της Βραζιλίας στον αγώνα με την Παραγουάη.
Το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο αποτέλεσε την αφορμή δεχόμενος έντονη πίεση από τους συμπαίκτες του, τους οπαδούς και τον κυβερνητικό μηχανισμό.
Παγκόσμιο Κύπελλο 1970
Το 1970 στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού, το καλύτερο όλων των εποχών σύμφωνα με τους αθλητικογράφους, ο Πελέ μαζί με τους Ριβελίνο, Ζαϊρζίνιο, Ζέρσον, Τοστάο, Κάρλος Αλμπέρτο σχημάτισαν μία από τις καλύτερες ομάδες που έχουν παίξει ποδόσφαιρο στον πλανήτη - και για πολλούς η καλύτερη σε μία διοργάνωση - τόσο από πλευράς θεάματος, όσο και από πλευράς αποτελεσμάτων.
Το 1970 στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού, το καλύτερο όλων των εποχών σύμφωνα με τους αθλητικογράφους, ο Πελέ μαζί με τους Ριβελίνο, Ζαϊρζίνιο, Ζέρσον, Τοστάο, Κάρλος Αλμπέρτο σχημάτισαν μία από τις καλύτερες ομάδες που έχουν παίξει ποδόσφαιρο στον πλανήτη - και για πολλούς η καλύτερη σε μία διοργάνωση - τόσο από πλευράς θεάματος, όσο και από πλευράς αποτελεσμάτων.
Η διοργάνωση ήταν η πρώτη που μεταδόθηκε έγχρωμα και δορυφορικά απευθείας και έμεινε στη μνήμη όσων το παρακολούθησαν και για τις αλλαγές στους κανονισμούς.
Στη προκριματική φάση η εθνική Βραζιλίας είχε νικήσει και στα έξι παιχνίδια με τέρματα 23–2, από τα οποία τα έξι του Πελέ. Μαζί με το ταλέντο τώρα, ο κορυφαίος Βραζιλιάνος διέθετε και την ανάλογη εμπειρία, ενώ ο ρόλος του ήταν σε πιο οπισθοχωρημένη και οργανωτική θέση, όπως συνέβαινε και στο σύλλογό του.
Ήταν ο μόνος ποδοσφαιριστής από τις ομάδες που κατέκτησαν τους τίτλους το 1958 και το 1962, γεγονός που αύξησε τις ευθύνες του ως του πιο έμπειρου παίκτη της εθνικής, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ομάδα ήταν η πιο νεανική της διοργάνωσης.
Προτού τη διοργάνωση, ο ομοσπονδιακός προπονητής Ζοάο Σαλντάνια (João Saldanha) είχε έρθει σε ρήξη με ορισμένους παίκτες, μεταξύ τους και ο Πελέ. Στις 4 Μαρτίου του 1970 η Βραζιλία έχασε στο Πόρτο Αλέγκρε σε φιλικό από την Αργεντινή με 2–0. Ο Σαλντάνια «φόρτωσε» έμμεσα την ήττα στον Πελέ επισυνάπτοντάς του ότι «δεν βλέπει καλά» και δεν αμύνεται καθόλου και δήλωσε ότι θα τον απέκλειε από την αποστολή του Κυπέλλου. Στις 8 Μαρτίου η Βραζιλία νίκησε την Αργεντινή με 2–1 με ένα γκολ του Πελέ, που έδειξε έτοιμος για την επερχόμενη μεγάλη διοργάνωση, αλλά στις 14 Μαρτίου η εθνική έφερε απρόσμενα ισοπαλία με 1–1 σε ανεπίσημο αγώνα με τη Μπάνγκου.
Στις 24 Απριλίου η Βραζιλία έφερε ισοπαλία 0–0 σε φιλικό αγώνα με τη Βουλγαρία στο Σάο Πάολο και ο Σαλντάνια άφησε στον πάγκο τον Πελέ χρησιμοποιώντας τον ως αλλαγή, προκαλώντας εντονότατες αντιδράσεις.
Ο Ζοάο Χαβελάνζε (τότε πρόεδρος της Βραζιλιάνικης Συνομοσπονδίας Αθλητισμού) απομάκρυνε τον τεχνικό και ανέθεσε την ομάδα στον 39χρονο Μάριο Ζαγκάλο. Ο νέος προπονητής στάθηκε και τυχερός γιατί ο προκάτοχός του είχε ήδη δημιουργήσει ένα πανίσχυρο σύνολο. Ο Ζαγκάλο πήρε πέντε παίκτες οι οποίοι ήταν όλοι τους «δεκάρια» στις ομάδες τους και τους έβαλε στη βασική ενδεκάδα ταυτόχρονα πρωτοτυπώντας: χρησιμοποίησε λοιπόν μαζί τους Πελέ (Σάντος), Ριβελίνο (Κορίνθιανς), Ζαϊρζίνιο (Μποταφόγκο), Ζέρσον (Σάο Πάολο) και Τοστάο (Κρουζέιρο). Έτσι η ομάδα έμεινε στην ιστορία ως η «ομάδα των πέντε δεκαριών», εφαρμόζοντας σύστημα που έμοιαζε περισσότερο με 4–3–3 και τον Πελέ να κινείται ελεύθερα στην αριστερή γραμμή κέντρου - επίθεσης.
| Ο Πελέ πανηγυρίζει το γκολ του στον τελικό μαζί με τον Ζαϊρζίνιο |
Η Βραζιλία ακολούθησε σκληρό πρόγραμμα προετοιμασίας στα υψίπεδα του Μεξικού, ο δε Πελέ ακολούθησε επιπλέον ατομικό πρόγραμμα βελτίωσης της φυσικής του κατάστασης καθώς η κυριαρχία των ευρωπαϊκών ομάδων με το δυναμικό τρόπο παιχνιδιού τους αύξανε τις απαιτήσεις.
Η «σελεσάο» είχε έντονο επιθετικό προσανατολισμό και ενδιαφέρονταν κυρίως να σκοράρει περισσότερες φορές από τον αντίπαλο. Δέχθηκε 7 γκολ στη διοργάνωση, τα περισσότερα για πρωταθλήτρια από τότε μέχρι το 2022, αλλά σημείωσε 19, περισσότερα από κάθε άλλη πρωταθλήτρια ομάδα από τότε μέχρι σήμερα. Με έξι νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια πέτυχε ρεκόρ στην ιστορία της διοργάνωσης που τυπικά ξεπεράστηκε το 2002.
Παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν πίσω στο σκορ στο 10ο λεπτό, οι Ριβελίνο, Πελέ και δύο φορές ο Ζαϊρζίνιο σκόραραν και οδήγησαν στην ανατροπή και στη νίκη με 4–1 επί της Τσεχοσλοβακίας στην πρεμιέρα (3 Ιουνίου 1970).
Παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν πίσω στο σκορ στο 10ο λεπτό, οι Ριβελίνο, Πελέ και δύο φορές ο Ζαϊρζίνιο σκόραραν και οδήγησαν στην ανατροπή και στη νίκη με 4–1 επί της Τσεχοσλοβακίας στην πρεμιέρα (3 Ιουνίου 1970).
Ο Πελέ έγινε ο δεύτερος παίκτης με διαφορά τριών λεπτών από τον πρώτο Ούβε Ζέελερ που σκόραρε σε τέσσερις διαφορετικές διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Μία προσπάθεια του «βασιλιά» να «κρεμάσει» με λόμπα από τουλάχιστον 55 μέτρα τον Τσεχοσλοβάκο τερματοφύλακα Ίβο Βίκτορ (που είχε απομακρυνθεί από την εστία του) δεν στέφθηκε με επιτυχία για λίγο, βρίσκοντας το πίσω μέρος των διχτυών, όμως καταγράφηκε στην ιστορία ως η πρώτη απόπειρα επίτευξης ενός τέτοιου γκολ.
Η Βραζιλία επιβλήθηκε της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Αγγλίας που διέθετε ομάδα τουλάχιστον ισάξια με αυτή του 1966 με 1–0 σε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια του Κυπέλλου με τέρμα του Ζαϊρζίνιο μετά από ασίστ του Πελέ.
Απέναντι στη Ρουμανία ο Πελέ έκανε μια από τις πιο διακεκριμένες εμφανίσεις του σε αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου και σημείωσε δύο γκολ, το ένα με απ' ευθείας εκτέλεση φάουλ, από τις καλύτερες της καριέρας του (τελικό 3–2).
Στα προημιτελικά, η Βραζιλία νίκησε το Περού με 4–2, η εμφάνιση δε του Πελέ ήταν εξαιρετική χωρίς όμως να στεφθεί τελικά σκόρερ της συνάντησης. Στον ημιτελικό στις 17 Ιουνίου, η μεγάλη μάχη με την Ουρουγουάη βρήκε ξανά νικήτρια τη «σελεσάο» με 3–1 με τον Πελέ στενά επιτηρούμενο σε όλο τον αγώνα από δύο αντιπάλους. Η Βραζιλία είχε ήδη αποκτήσει τη συμπαράσταση του κόσμου με τον εντυπωσιακό τρόπο παιχνιδιού της και υποστηρίχθηκε από τους Μεξικανούς φιλάθλους.
Στον τελικό στο Στάδιο Αζτέκα της Πόλης του Μεξικού απέναντι στην πρωταθλήτρια Ευρώπης Ιταλία (21 Ιουνίου) μπροστά σε 112.000 θεατές, από τους οποίους 10.000 Βραζιλιάνοι, ο Πελέ άνοιξε το σκορ στο 19ο λεπτό με εντυπωσιακή κεφαλιά σε μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της ιστορίας των τελικών (ο δεύτερος παίκτης στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων που σκόραρε σε δεύτερο τελικό μετά το Βαβά) με την ισοφάριση των Ιταλών να μην είναι ικανή να σταματήσει τη βραζιλιάνικη επίθεση. Πριν συμπληρωθεί το 45ο λεπτό, ο Πελέ σημείωσε δεύτερο γκολ με σουτ μέσα από την περιοχή αλλά ο διαιτητής το ακύρωσε διευκρινίζοντας ότι είχε σφυρίξει τη λήξη του ημιχρόνου πριν η μπάλα φτάσει στα πόδια του Βραζιλιάνου.
Στον τελικό στο Στάδιο Αζτέκα της Πόλης του Μεξικού απέναντι στην πρωταθλήτρια Ευρώπης Ιταλία (21 Ιουνίου) μπροστά σε 112.000 θεατές, από τους οποίους 10.000 Βραζιλιάνοι, ο Πελέ άνοιξε το σκορ στο 19ο λεπτό με εντυπωσιακή κεφαλιά σε μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της ιστορίας των τελικών (ο δεύτερος παίκτης στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων που σκόραρε σε δεύτερο τελικό μετά το Βαβά) με την ισοφάριση των Ιταλών να μην είναι ικανή να σταματήσει τη βραζιλιάνικη επίθεση. Πριν συμπληρωθεί το 45ο λεπτό, ο Πελέ σημείωσε δεύτερο γκολ με σουτ μέσα από την περιοχή αλλά ο διαιτητής το ακύρωσε διευκρινίζοντας ότι είχε σφυρίξει τη λήξη του ημιχρόνου πριν η μπάλα φτάσει στα πόδια του Βραζιλιάνου.
Η Ιταλία είχε δεχθεί στη διοργάνωση μόνο τέσσερα γκολ σε έξι συναντήσεις, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο δέχθηκε ακόμα δύο γκολ και ο Κάρλος Αλμπέρτο στο 85ο λεπτό, σε μία από τις επελάσεις του, σημείωσε εκείνο το ιστορικό γκολ, και για τον οποίο όπως είπε μετά ο Πελέ «δεν τον είδα, αλλά τον άκουσα να έρχεται», δίνοντάς του τη μπάλα στο πλάι χωρίς να κοιτάξει, και στο τέλος σήκωσε πρώτος το τρόπαιο. Συνολικά οκτώ παίκτες της Βραζιλίας αντάλλαξαν τη μπάλα με προτελευταίο αποδέκτη τον Πελέ που έδωσε την τελική πάσα (την καλύτερη όλων των εποχών) στο σκόρερ που την έστειλε με ισχυρότατο σουτ στα δίχτυα.
Ο Ιταλός αμυντικός Ταρτσίζιο Μπούρνιτς που τον αντιμετώπισε στον τελικό, είπε για τον Πελέ μετά τον αγώνα: «Πηδήξαμε μαζί, αλλά όταν ήμουν πίσω στο έδαφος, ήταν ακόμα στον αέρα. Είχα σκεφτεί να ενθαρρύνω τον εαυτό μου: Είπα στον εαυτό μου πριν από το παιχνίδι, είναι φτιαγμένος από σάρκα και οστά όπως όλοι οι άλλοι. Αλλά έκανα λάθος». Το γκολ του Πελέ ήταν το τρίτο σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ των Βαβά και Τζεφ Χερστ.
Η παρουσία του Πελέ στον τελικό ήταν χαρακτηριστική του αλτρουισμού του χωρίς επίδειξη ατομικών δεξιοτήτων αποφεύγοντας να κάνει έστω και μία ντρίμπλα, ικανή να του δώσει το χαρακτηρισμό του κορυφαίου της συνάντησης.
Η παρουσία του Πελέ στον τελικό ήταν χαρακτηριστική του αλτρουισμού του χωρίς επίδειξη ατομικών δεξιοτήτων αποφεύγοντας να κάνει έστω και μία ντρίμπλα, ικανή να του δώσει το χαρακτηρισμό του κορυφαίου της συνάντησης.
Με το σφύριγμα της λήξης, οπαδοί εισέβαλαν προς το μέρος του, τον σήκωσαν στους ώμους τους και τον περιέφεραν μέσα στο γήπεδο. Όσοι ήταν αρκετά προνομιούχοι για να παρακολουθήσουν την τελευταία παγκόσμια πράξη του Πελέ ήθελαν ένα κομμάτι από τον τρεις φορές παγκόσμιο πρωταθλητή. Ένας Ιταλός παίκτης, ο Ρομπέρτο Ροσάτο (Roberto Rosato) πρόλαβε να πάρει τη φανέλα του, η οποία δημοπρατήθηκε για 260.000 ευρώ το 2002, ποσό ρεκόρ στην μέχρι τότε αθλητική ιστορία.
Οι στιγμές μαγείας του «βασιλιά» που έχουν καταγράψει οι κάμερες από εκείνη τη διοργάνωση είναι πολλές με κορυφαίες αυτές δύο σημαντικών συναντήσεων: στο 19ο λεπτό στον αγώνα με την παγκόσμια πρωταθλήτρια Αγγλία και ενώ το παιχνίδι ήταν στο 0–0 έκανε καρφωτή κεφαλιά μετά από σέντρα του Ζέρσον που χάρισε την ευκαιρία στον Γκόρντον Μπανκς να κάνει την «απόκρουση του αιώνα».
Ο Πελέ έχοντας περάσει τον Άγγλο αμυντικό σηκώθηκε τόσο ψηλά, που και ο Μπανκς, δεν περίμενε ότι θα ήταν δυνατό να μπορέσει αντίπαλος να τη φτάσει. Κατάφερε όμως να τη διώξει σχεδόν πάνω στη γραμμή του τέρματος στη δεξιά γωνία του με το ένα χέρι και με το Βραζιλιάνο ήδη να πανηγυρίζει και να αναφωνεί «γκολ». «Όταν είσαι ποδοσφαιριστής, ξέρεις αμέσως πόσο καλά έχεις χτυπήσει την μπάλα. Χτύπησα την κεφαλιά ακριβώς όπως ήλπιζα. Ακριβώς εκεί που ήθελα να πάει. Και ήμουν έτοιμος να πανηγυρίσω. Αλλά τότε αυτός ο άνθρωπος, ο Μπανκς, εμφανίστηκε στα μάτια μου, σαν ένα είδος μπλε φάντασμα», είπε αργότερα ο Πελέ. Στον ημιτελικό με την Ουρουγουάη ξεγελώντας τον σπουδαίο τερματοφύλακα Μαζουρκιέβιτς με μία μοναδικής έμπνευσης κίνηση, ίσως την πιο ευφάνταστη της καριέρας του: μετά από πάσα του Τοστάο από την αριστερή πλευρά της επίθεσης είχε μόνο τον τερματοφύλακα να στέκεται ανάμεσα σε αυτόν και την εστία. Χάρη σε μια κίνηση που πρώτη φορά είδε το φίλαθλο κοινό, ο Πελέ πέρασε τον τερματοφύλακα χωρίς να ακουμπήσει τη μπάλα, την άφησε να πάει από την αντίθετη πλευρά και την ανέκτησε δευτερόλεπτα αργότερα, αλλά το σουτ έφυγε λίγα εκατοστά έξω από το δοκάρι.
Άφησε τις πιο έντονες μνήμες για τις προσπάθειες που δεν ευστόχησε ορίζοντας τη δική του τέχνη ως την ικανότητα να δημιουργεί σπουδαίες στιγμές από το τίποτα.
Σημείωσε όμως τέσσερα γκολ και μοίρασε έξι ασίστ που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ σε μία διοργάνωση, συμβάλλοντας έτσι σε 10 από τα 19 γκολ της Βραζιλίας.
Τόσο η επίδοση αυτή, όσο και ο συνολικός αριθμός των ασίστ σε Παγκόσμια Κύπελλα (10) παραμένουν ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού.
Ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και στην καλύτερη ενδεκάδα για δεύτερη φορά.
Στις 25 Οκτώβριου της ίδιας χρονιάς το νεόδμητο στάδιο της Μασεϊό εγκαινιάστηκε έχοντας το δικό του όνομα (Estádio Rei Pelé, «Στάδιο Βασιλιάς Πελέ»), ο πρώτος ποδοσφαιριστής που του έγινε τέτοια τιμή εν ενεργεία.
| Στους ώμους των φιλάθλων μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. |
Νικώντας στον τελικό την Ιταλία με 4–1 η Βραζιλία κατέκτησε το τρόπαιο Ζυλ Ριμέ για τρίτη φορά και το κράτησε οριστικά στην τροπαιοθήκη της.
Ο Πελέ συμμετείχε και στα τρία κερδισμένα Παγκόσμια Κύπελλα και παραμένει έως σήμερα ο μόνος που έχει κατακτήσει το τρόπαιο τρεις φορές ως παίκτης.
Έχοντας αγωνιστεί σε ομάδες της εθνικής Βραζιλίας με ιδιαίτερα ταλαντούχους συμπαίκτες, ικανότατους σκόρερ, σπουδαίους δημιουργούς, πολύ υψηλού επιπέδου τεχνίτες του αθλήματος και σε δύο διαφορετικές συνθέσεις της εθνικής με διαφορετικό προπονητή και τρόπο λειτουργίας, ο Πελέ ήταν σχεδόν πάντα ο πρωταγωνιστής διαθέτοντας όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά.
Το Φεβρουάριο του 2020 η Βραζιλιάνικη Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία αποκάλυψε άγαλμα του Πελέ στην έδρα της στο Ρίο ντε Τζανέιρο, η πρώτη από μια σειρά εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 50ής επετείου του θριάμβου του τρίτου Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί για λόγους υγείας.
Από το 1971, όταν ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την εθνική ομάδα, μέχρι το 1974, όταν τελείωσε την καριέρα του στη Σάντος, ο Πελέ αντιμετώπισε απειλές και εκβιασμούς σε προσπάθειες να τον κάνουν να υποκύψει στα συγκλίνοντα συμφέροντα της στρατιωτικής δικτατορίας και του δομικού ρατσισμού. Ο εκφοβισμός περιελάμβανε την ακύρωση δύο αποχαιρετιστηρίων αγώνων που επρόκειτο να διεξαχθούν στα μέσα του 1971 στο Σάο Πάολο και στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να τον τιμήσουν.
Από το 1971, όταν ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την εθνική ομάδα, μέχρι το 1974, όταν τελείωσε την καριέρα του στη Σάντος, ο Πελέ αντιμετώπισε απειλές και εκβιασμούς σε προσπάθειες να τον κάνουν να υποκύψει στα συγκλίνοντα συμφέροντα της στρατιωτικής δικτατορίας και του δομικού ρατσισμού. Ο εκφοβισμός περιελάμβανε την ακύρωση δύο αποχαιρετιστηρίων αγώνων που επρόκειτο να διεξαχθούν στα μέσα του 1971 στο Σάο Πάολο και στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να τον τιμήσουν.
Σε συνέντευξή του το 1999 είχε επισημάνει ότι δέχθηκε πιέσεις για να αγωνιστεί και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974: «Ο στρατός προσπάθησε να με αναγκάσει. Με πίεσαν με φορολογικές ερωτήσεις, αλλά αποφάσισα να μείνω στη θέση μου».
Το 1.000-ό γκολ
Η επιδίωξη του χιλιοστού γκολ του Πελέ είχε επισκιάσει τη χειρότερη πορεία της Σάντος σε μια δεκαετία. Έχασε τα τέσσερα πρώτα παιχνίδια της στο Τουρνουά Ρομπέρτο Γκόμες-Πεδρόσα και ουσιαστικά έφυγε από τη διοργάνωση λίγο περισσότερο από ένα μήνα αφότου ξεκίνησε. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος Παουλίστα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και όγδοη με τον Πελέ στη σύνθεσή της ήταν η μόνη επιτυχία της σεζόν. Ο έλεγχος των στατιστικολόγων έδειχνε τον ακριβή αριθμό των τερμάτων από την αρχή της καριέρας του με τους τότε υπολογισμούς να μη διαχωρίζουν επίσημους και φιλικούς αγώνες και αυτό ήταν το 909ο παιχνίδι του.
Το 1.000-ό γκολ
Την Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου του 1969, ώρα 11.23 το βράδυ, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, το Σάο Πάολο, τη Μπραζίλια και τις άλλες μεγαλουπόλεις της Βραζιλίας, εκατομμύρια Βραζιλιάνοι άκουγαν στο ραδιόφωνο την περιγραφή του ποδοσφαιρικού αγώνα Σάντος - Βάσκο ντα Γκάμα, με την αμυντική γραμμή της Βάσκο να προσπαθεί να μην είναι αυτή που θα δεχθεί το αποκαλούμενο milésimo. Ήταν το 78ο λεπτό, το αποτέλεσμα ήταν 1–1 και ο Πελέ έχοντας ήδη ένα δοκάρι μέχρι τότε ετοιμαζόταν για χτύπημα πέναλτι που είχε κερδίσει ο ίδιος μετά από ατομική προσπάθεια και ανατροπή του.
Αν ευστοχούσε, θα σημείωνε το χιλιοστό γκολ της καριέρας του, κάτι που κανένας ποδοσφαιριστής σε όλο τον κόσμο θεωρούταν ότι δεν είχε καταφέρει έως τότε, αν και αξιόπιστα στοιχεία έδειχναν ότι είχαν προηγηθεί τουλάχιστον οι Φραντς Μπίντερ και Φέρεντς Πούσκας.
Στη δεκαετία του 1990 και ακόμα αργότερα βεβαιώθηκε ότι είχαν προηγηθεί και άλλοι παίκτες με πρώτο τον Ούγγρο Ίμρε Σλόσσερ-Λάκατος και πιθανά πρώτο Βραζιλιάνο τον Αρτούρ Φριντενράιχ.
Η αγωνία των θεατών (65.157 εισιτήρια) στο στάδιο Μαρακανά κορυφώθηκε όταν μετά από πέντε λεπτά ο Πελέ έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και πήρε φόρα για την ιστορική εκτέλεση, ενώ οι συμπαίκτες του έμειναν στα κέντρο του γηπέδου. Σούταρε ένα τεχνικό πλασέ (paradinha) προς το αντίπαλο τέρμα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας Εντγκάρδο Ανδράδα (Edgardo Andrada) έπεσε στη σωστή γωνία, θεαματικά αλλά μάταια, καθώς η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα του.
Η αγωνία των θεατών (65.157 εισιτήρια) στο στάδιο Μαρακανά κορυφώθηκε όταν μετά από πέντε λεπτά ο Πελέ έστησε την μπάλα στα 11 βήματα και πήρε φόρα για την ιστορική εκτέλεση, ενώ οι συμπαίκτες του έμειναν στα κέντρο του γηπέδου. Σούταρε ένα τεχνικό πλασέ (paradinha) προς το αντίπαλο τέρμα. Ο Αργεντινός τερματοφύλακας Εντγκάρδο Ανδράδα (Edgardo Andrada) έπεσε στη σωστή γωνία, θεαματικά αλλά μάταια, καθώς η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα του.
Σε μετέπειτα τηλεοπτική του συνέντευξη ο Ανδράδα αποκάλυψε ότι πριν την εκτέλεση του είπε: «Σου εύχομαι καλή τύχη για αυτήν την πολυαναμενόμενη στιγμή, αλλά θα κάνω τα πάντα για να σου την καταστρέψω».
Αμέσως οι φίλαθλοι ξέσπασαν σε ξέφρενους πανηγυρισμούς. Ο Πελέ όρμησε στα δίχτυα, φίλησε τη μπάλα και την πήρε για ενθύμιο, ενώ δεκάδες δημοσιογράφοι, εκατοντάδες φωτορεπόρτερ και χιλιάδες θεατές όρμησαν προς τον πρωταγωνιστή, που απογειώθηκε στα χέρια των οπαδών. Έκανε το γύρο του σταδίου επευφημούμενος δύο φορές, μία μετά το γκολ και μία μετά το τέλος του αγώνα.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους χορεύοντας σάμπα. «Δεν θέλω γιορτές για μένα. Πιστέψτε ότι για μένα είναι πολύ πιο σημαντικό να βοηθήσουμε τα φτωχά παιδιά και τα άτομα που έχουν ανάγκη, σκέφτομαι πάνω απ' όλα το είδος των Χριστουγέννων που πρόκειται να περάσουν οι άνθρωποι αυτοί», ήταν η πρώτη του δήλωση.
Η Βουλή διέκοψε τη συνεδρίασή της και κάλεσε τον Πελέ στην πρωτεύουσα Μπραζίλια για να τον τιμήσει και τα εθνικά ταχυδρομεία έβγαλαν ειδικό γραμματόσημο για το χρυσό γκολ. Ο αγώνας ξανάρχισε με διακοπή 20 λεπτών και έληξε με νίκη της Σάντος με 2–1.
Αναμνηστική πλάκα τοποθετήθηκε στο γήπεδο και του προσφέρθηκε μία μπάλα δύο κιλών ατόφιου χρυσού.
Ο ακριβέστερος στατιστικός υπολογισμός έδειξε ότι το γκολ αυτό ήταν το 1.002ο, με την προσθήκη δύο ακόμα τερμάτων της πρώιμης καριέρας του, με το χιλιοστό να σημειώνεται μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 12 Νοεμβρίου 1969 με αντίπαλο την Σάντα Κρουζ Φουτεμπόλ Κλούμπε.
Στις 26 Μαΐου 2021 η Βάσκο ντα Γκάμα έγινε μία ακόμα ομάδα (από τις πολλές ανά την υφήλιο) που αναγόρευσαν τον Πελέ ως επίτιμο μέλος τους.
ΠΗΓΗ
⭐ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK ⭐







0 comments:
Δημοσίευση σχολίου